Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη: Λονδίνο-Ιστανμπούλ, Αστικά Ερείπια

Ἡ ποιήτρια ἀναζητᾶ τὸν ἑαυτό της. Μὲ ἀγωνία κι ἐπιμονή. Τὸ νιώθει ὁ ἀναγνώστης στὴ διαδοχὴ κάθε ποιήματος. Σελίδα σελίδα αἰσθάνεται τὴν κοφτὴ ἀνάσα της. Ἡ ποιήτρια ἀναζητᾶ καὶ βρίσκει πολλά. Μοιάζει ὅτι ἔχει κατασταλάξει σ᾽ αυτὴ τὴ συνεχὴ ἀναζήτηση μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν σταματᾶ ν᾽ ἀγωνιᾶ, νὰ ταξιδεύει καὶ νὰ ἴπταται ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἀπὸ ἄνθρωπο σὲ ἄνθρωπο σὲ μύριες καταστάσεις. Ἡ αἴσθηση τοῦ πολυσυλλεκτικοῦ καὶ πολυποίκιλου εἶναι διάχυτη στὶς δύο συλλογές ποὺ μᾶς προσφέρει. Καὶ ἡ πιὸ μεγάλη ἐπιτυχία της εἶναι ὅτι κατορθώνει νὰ μὴν ἐπιβάλει τὸ ἐγὼ τοῦ ποιητῆ στοὺς στίχους, ἀλλὰ νὰ κυριαρχεῖ μιὰ προσωπικὴ καὶ ἰδιαίτερη φωνὴ ποὺ μαίνεται ὅμως σὲ κάποια σημεῖα μὲ ἐκκωφαντικὴ διαμαρτυρία. Ἴσως ἐπειδὴ παρασύρεται ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ στοὺς πειραματισμοὺς ποὺ ἀποπειρᾶται καὶ τοὺς ὁποίους μᾶς καλεῖ νὰ προσεταιριστοῦμε. Ἡ ἐμπειρία της ἀποκρυσταλλώνεται σὲ διαφορετικὰ πρόσωπα κάθε φορά. Κάθε πρόσωπο καὶ φωνή, πολλὲς οἱ φωνὲς μέσα της καὶ διαφορετικοὶ οἱ τρόποι ποὺ ἀπευθύνεται στὸν ἑαυτό της καὶ σὲ ἑμᾶς, τοὺς ἄλλους, τοὺς καλεσμένους της.

Γράφει: … “δυο πουκάμισα, δυο παντελόνια όχι τρία/ τόσα ώστε να τα χωράς/ μεμιάς σ᾽ ένα σακίδιο/ μονίμως έτοιμο για τη φυγή », καὶ: “ο της Ιθάκης άσωτος υιός,/ που από την περιπλάνηση μονάχα μια/ επιθυμία είχε πιο μεγάλη ”. Ἡ Γλυνιαδάκη εἶναι ταξιδεύτρα. Οἱ στίχοι της ἔχουν τὴν ὁρμητικότητα τῶν κομητῶν, ὅμως ἑκείνη διαφέρει στὸ ὅτι γνωρίζει ποῦ στοχεύει πάντοτε. Κατορθώνει ὁ δυναμισμὸς νὰ γίνει ἡ κοινὴ βάση τῶν ποιημάτων κι ἔτσι αὐτὰ νὰ πλέουν πρὸς πολλοὺς διαφορετικοὺς προορισμοὺς καὶ παράλληλα νὰ φέγγουν αὐτόνομα καὶ αὐτάρκη, ποτισμένα γενναιόδωρα ἀπὸ τὴν ἐνεργητικότητά της.

Παρὰ τὴν ἀγάπη της γιὰ τὰ ταξίδια (πνευματικὰ καὶ πραγματικά), τὴν προσήλωσή της σὲ ἀναζητήσεις καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη της πρὸς τὰ ὅσα πρόσφερε ὁ κάθε τόπος ὅπου βρέθηκε, ὡστόσο γίνεται ὁλοφάνερη ἡ ἀγάπη της γιὰ ὁ,τιδήποτε ἑλληνικὸ τόσο ποὺ μοιάζει νὰ προσπαθεῖ νὰ τὸ ὁρίσει εἴτε μέσα ἀπὸ ὀξεία κριτικὴ εἴτε μέσα ἀπὸ ἡδυπαθεῖς εἰκόνες, ἀκόμα καὶ τεχνικές. Στὸ ποίημα Ημέρες Κυρίου , στο Λονδίνο , Τα γεγονότα , ἡ ἀναφορὰ στὸν μήνα Αὔγουστο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ φέρει στὸ συλλογικὸ ὑποσυνείδητό μας ἄπειρες κοινὲς αἰσθήσεις, γεγονότα καὶ εἰκόνες ποὺ καθὼς ἐδραιώνονται στὸ θυμικὸ καὶ στὴν καρδιά μας μαζὶ μὲ ξεγνοιασιὰ καὶ ἐλευθερία, μποροῦν νὰ γίνουν ἡ ἀρχὴ μιᾶς ὡρίμανσης, ἡ βάση τῆς ταυτότητας τοῦ σύγχρονου νεοέλληνα. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη καὶ γοητευτικὴ ἡ προσπάθεια τῆς ποιήτριας στὸ ποίημα Φολέγανδρος , ὅπου κυριαρχεῖ ὁ ἴαμβος κι ὅπου ὁ ἀναγνώστης νιώθει τὴ χαρά, μὲ παιδικὴ ἁγνότητα πὼς βρῆκε ἕναν ἀγαπημένο φίλο καὶ σύντροφο: ῾῾Κι από τα βράχια που σμίλεψε η βροχή/ και οι σεισμοί ξερίζωσαν από της γης τη μήτρα᾽᾽ και ῾῾Το χώμα ψήνεται κι ανοίγει μες τον ήλιο/ το φως ν᾽ αφήσει να χωθεί στις πιο κρυφές του κόγχες᾽᾽. Ἀντανακλαστικὰ σχεδὸν κι αὐτόματα ἔρχεται ὁ στίχος

ἀπὸ τὸν Δωδεκαετὴ (Σικελιανὸς) : ῾῾σκυμμένο μὲς στὰ χώματα, ξεχάραξε ἕν᾽ αὐλάκι,/ νὰ φεύγει μέσα καθαρὴ καὶ γάργαρη ἡ βροχή᾽᾽.

Ὅταν ἡ Γλυνιαδάκη κατορθώνει νὰ τιθασεύει τὸ περίσσευμα θυμοῦ ποὺ τήν κυριεύει, τὸ ποίημα ἀποκτᾶ νεανικὴ ἀκεραιότητα. Οἱ αἰσθήσεις μας κοινωνοῦν ἀπὸ μιὰ σφιχτὴ φλέβα, λέξεις φυτεμένες μὲ ὑπομονὴ σὲ καιρὸ ἄσκησης. Ἡ μορφὴ τότε βρίσκεται σὲ ἄρρηκτη σχέση μὲ τὸ περιεχόμενο. Στὸ ποίημα Ιούνης Στο Καίμπρητζ παρακολουθοῦμε τὴν ἀμηχανία τῆς ἡρωίδας κατὰ τὴν πορεία ἀπὸ τὴ γέννηση τῆς προσδοκίας μέχρι τὴ σιωπηλὴ ἀπελπισία της.Ἡ ποιήτρια χαράσσει σὲ κάθε στροφὴ εἰκόνες ποὺ ἐναλλάσσονται γραμμικά. Τήν παρακολουθοῦμε νὰ διασχίζει τὸ ποίημα σὰν νὰ βρισκόμαστε δίπλα της. Οὐσιαστικὰ ἐπιτυγχάνονται οἱ τρεῖς διαστάσεις κι ἔτσι ὡς ἀναγνῶστες περιφερόμαστε Ἰούνη στὸ Καίμπρητζ ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἑκείνη. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν οἰκειοποιούμαστε τὴν ὀπτική της γωνία κι ἔτσι δὲν κρίνουμε τὰ συναισθήματά της. Μόνο στὸ τέλος μαθαίνουμε τὸν ἀντίκτυπο ποὺ εἶχε ἡ ἀπογευματινὴ βόλτα στὸν ψυχισμό της: ῾῾ Έπεσε στο κρεβάτι,/ πενήντα χρόνια γηραιότερη, απ᾽ τα εικοσιοχτώ της έτη.᾽᾽

Στὸ ποίημα ῾῾Η Αθήνα Σου Μοσχοβολούσε Άνοιξη᾽᾽ δίνεται ἔμφαση στὴ χρήση τοῦ ἐσωτερικοῦ μονολόγου ἔστω με φωνὴ σὲ δεύτερο πρόσωπο. Ἡ γλώσσα χωρὶς νὰ εἶναι δωρικὴ προτάσσει πὼς δὲν ὑπὰρχει διάθεση χρήσης κάποιων παραπάνω χαρακτηριστικῶν ποιητικῆς τεχνικῆς. Ἡ δηλούμενη πίκρα βρίσκει ἀνάδοχο στὴν ἁπλότητα. Στὶς ῾῾Μάσκες᾽᾽ – πάλι σὲ δεύτερο πρόσωπο – τὸ αἴσθημα τῆς πίκρας συνοδεύεται ἀπὸ εἰρωνεία. Δὲν πρόκειται ὅμως γιὰ εἰρωνεία σαδιστικὴ οὔτε ἰδιαίτερα καυστική. Κινεῖται πρὸς τὴν παραίνεση καὶ ἴσως σὲ ὅρια ὑποτονικά, σὰν νὰ κυριαρχεῖ ἡ παραίτηση. Στὸ ῾῾Δείπνο᾽᾽ ὅμως, ἡ δωρικότητα τοῦ στίχου βαστᾶ στὸν ἴδιο ζυγὸ τὴν εἰρωνεία καὶ το αἴσθημα ἀποξένωσης τῶν ἡρώων (πρόκειται γιὰ ἕνα ζευγάρι ποὺ ἐτοιμάζεται νὰ δειπνήσει). Οἱ λέξεις εἶναι ἀπόλυτες καὶ κάθε στίχος σταματᾶ ἐπίσης ἀπόλυτα καὶ ὁπωσδήποτε στὶς τελεῖες:

῾῾Τα ψίχουλα χορεύουν στις χαρτοπετσέτες.

Η θαλπωρή ξεντύνεται από τα σώματά τους.

Ο απορροφητήρας μουρμουρίζει ρυθμικά.

Τέσσερα πόδια σαστίζουν κάτω από το τραπέζι.᾽᾽

Μὲ πλάγια γράμματα στὴ συνέχεια δηλώνεται ἡ στάση τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλο. Τὸ ὕφος τῆς γραφῆς βεβαιώνει πὼς στυγνὴ σιωπὴ κατοικοεδρεύει ἀνάμεσά τους.

Ἡ Οδός Καραμανλάκη συμπυκνώνει τὴν παρακμὴ ἑνὸς κλειστοφοβικοῦ διαμερίσματος τῆς Ἀθήνας. Εἶναι ἕνα ποίημα-βίωμα, ὅπου τὰ στοιχεῖα σύνθεσής του ὡς κάκιστες συνθῆκες διαβίωσης, συμπληρώνονται ἀπό ὅ,τι μεταφέρει ἕνας τηλεοπτικὸς δέκτης στὸ ἀθηναϊκὸ διαμέρισμα, ὁλοκληρώνοντας ἔτσι ἁδρὰ τὴν εἰκόνα τῆς παντελοῦς ἔλλειψης ποιότητας ζωῆς. Τό ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν Πολυκατοικία, μόνο που ἐδῶ ἡ ποιήτρια ἀφήνει μιὰ μικρὴ ἔκλαμψη χαρᾶς, λόγω στοιχείων ἰδιωτικότητας ποὺ βρίσκουν λίγο χῶρο μέσα σὲ ἕνα τέτοιο διαμέρισμα.

Μέσα στὰ Αστικά Ερείπια ποὺ κυριαρχοῦν στὴ συλλογὴ, ὑπάρχουν στιγμὲς ἀκινητοποιημένες ἀπὸ τὴν ποιήτρια, οἱ ὁποῖες στὰ σίγουρα συνιστοῦν τὸ προσωπικό της ἰδεῶδες καὶ ποὺ ἡ ἴδια μοιράζεται μαζί μας. Τὸ ποίημα 37ο εἶναι ἕνα ἀπόλυτα αἰσθησιακὸ πορτραῖτο τοῦ ὁποίου ἡ αἰσθητικὴ ὑψώνεται σὲ ἠθικὴ ἀξία. Κυριαρχεῖ τὸ γήινο χρῶμα: ἄμμος λεπτή, καφὲ δερμάτινο λουράκι, καφὲ μπικίνι ποὺ δένει στὸ λαιμό. Στὸν καμβὰ παρεισφρύει τὸ γαλανὸ καὶ τὸ λευκὸ καὶ ἡ ῾῾ γη που εξατμίζεται προς τον αέρα᾽᾽. Ἐδῶ οἱ ἀναγνῶστες (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ) κατακτοῦμε τὴν ἀθανασία, ἐδῶ βιώνουμε τὸ αἰώνιο καλοκαίρι ἀναβαπτισμένο ἀπὸ τὴν ὑπέροχη ἐφηβεία τῆς ποιήτριας. Τὸ ποίημα γλυτώνει τὸ τετριμμένο καὶ τουριστικὸ στερεότυπο, γιατὶ συγκεντρώνεται μὲ ἁγνότητα σὲ αἰσθήσεις ποὺ γεννιοῦνται ξανὰ καὶ ξανὰ ὡς προάγγελοι τοῦ ἔρωτα. Τὸ κρατοῦμε ὡς ὁδηγὸ μας για τὶς ἐπόμενες ἀναγνώσεις τοῦ ἔργου τῆς Γλυνιαδάκη ἡ ὁποία μὲ τὸν πυρήνα αὐτόν μπορεῖ νὰ ἐνισχύσει τὶς προσπάθειές της νὰ παγιώσει ἕνα στέρεο προσανατολισμό στὴν ποιητική της.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Published by

Profile photo of Κώστας Ταπεινός

Κώστας Ταπεινός

Καλοκαίρι του ΄74 γεννήθηκα στην Αθήνα με την οποία συμφιλιώνομαι καθημερινά. Μεγάλωσα και πήγα σχολείο στην Αγία Βαρβάρα, σπούδασα διοίκηση επιχειρήσεων στο ΤΕΙ Καβάλας και από τότε συνεχίζω να ζω σπουδάζοντας. Ό,τι σκέφτομαι, ό,τι κάνω, όπως κι αν διαβιώνω, σκοπός είναι η αγάπη με την ποίηση.