Category Archives: poetryclicks

Νίκος Καρούζος. Όπως αγγίζει.

bba1

(Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ»
τεύχος 71-72 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2014)

«Πρωτογνώρισα» τον ποιητή Νίκο Καρούζο στα ύστερα της εφηβείας μου. Άρχισα να περιπλανιέμαι άπειρη ναυαγός στα στιχοκύματα του γεμάτη ενοχή που τον παράκουσα. Δεν είχα ως τότε παρακολουθήσει καμμιά κηδεία, ούτε είχα μαντέψει τη δύναμη της αγάπης, μήτε γνώριζα ακριβώς πότε είχα δίκιο ή άδικο.
«Μη με διαβάσετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή εστω μνημόσυνα…
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστον μία φορά
στην Αποκαθήλωση
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες….
ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάσετε
όταν
έχετε
δίκιο…..»
Ο «Ρομαντικός» του «επίλογος» στάθηκε και στέκει από τότε στο μυαλό μου σαν ένας άλλος Ιπποκράτειος όρκος προς τους ποιητές. Πως τολμάμε λοιπόν και καταπιανόμαστε με τη ποίηση του, διαβάζοντας την, μελετώντας την, δίχως να γνωρίζουμε όλα αυτά τα απλά και συγχρόνως σύνθετα που μας προστάζει αγρίως τρυφερά ο Καρούζος;

Στις φωτογραφίες του πάντοτε κοιτούσα πρώτα τα ματόφρυδα του. Με τραβούσαν να τα κοιτώ. Μετά μελετούσα το βλέμμα του. Το βλέμμα του -πάντα αφυλάκιστο απ΄το φακό- που πέφτει συνήθως δεξιά κι αριστερά, εδώ κι εκεί, άτακτο κι έντονο. Σε κάνει να αναρρωτιέσαι σε ποιά μακρινά τοπία κι εικόνες ταξιδεύει. Στην Ικαρία, στη Μακρόνησο, στ “Ανάπλι;
Βλέμμα- καθρέφτης νέων στίχων που εκμαιεύτηκαν μαρτυρικά ξεκινώντας από τον θολά αβυσσαλέο νου του ποιητή και χτύπησαν έξαφνα, όπως το φως, στις σκούρες, μελαγχολικές του ίριδες λίγο πριν πάρουν φόρα στο χαρτί.
«Ο άνθρωπος που εισόρμησε πιά στην απώτερη θλίψη
με δίχως ένα τριαντάφυλλο
μ’εκείνα τ” ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια
στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας
τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας…»( «Η έναστρη φωτεινότητα»)

Ήταν αιχμάλωτος κι ο Καρούζος σαν όλους μας σε κάτι πανάρχαιο και τωρινό, σε κάτι που μισούμε κι αγαπούμε τόσο. Σε κάτι που το παρακαλάμε νά “ρχεται συχνά φορώντας τα καλά του και που μετά, σαν νοιώσουμε πως μας πρόδωσε, το κλωτσάμε στο έξω μας κρύο, ρακένδυτο με τα κουρέλια του.
«Αυτό που λέμε όνειρο δεν ειν” όνειρο
που η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο που αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση…» («Αίφνης»)

Ήξερε με γνώση βαθιά και παιδεμένη, γνώριζε το λόγο και τον δάμαζε έτσι που να μπορεί να αποτυπώνει με το μελάνι που αμολάει, ότι πονά
«Αν είδατε τη μοναξιά πότέ πίσω από το τζάμι
να σας απειλεί
μ” ενα μαχαίρι στη σιωπή
που αργά θα σκίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει…» («Βαθμίδες»)
κι ότι δακρύζει στην αρχή και το λυγμό που έπεται
«Μία συμφορά τυλίγεται στο δέντρο.
Όλοι οι αδικημένοι δέντρα είναι
αν το προτίμησαν αυτό, μονάχα ν” αδικούνται.
Η συμφορά με γήινο χρώμα
τυλίγεται στο δέντρο….(«Το δέντρο των αγνοημάτων»)

Ο Καρούζος μπορούσε πλην όμως δεν ξεστράτησε από το πραγματικά ωραίο του Έλληνα.
Την ώρα που χτυπούσε ο ποιητής στο μέσα του μεσάνυχτα, έμενε ψύχραιμος. Άναβε το τσιγάρο του, έπινε δυό γουλιές απ” το βαρύ ποτό του και σίγουρος, θαρρείς νωχελικός, πετούσε έξαφνα ψηλά το δίχτυ κι άρπαζε το στίχο του μόλις αυτός με τη σειρά του ότι είχε προλάβει να αρπάξει λίγο από το φεγγαρένιο του ουρανού. Μετά ξαμόλαγε το στίχο ελεύθερο, μα του “λεγε μόνο τις πιθανότητες στο που είχε να κρυφτεί.
Στην πέτρα και τον έρωτα
«Βαθύτερο απ’την αγάπη και την ταραχή
που φέρνει μεσ” στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο εν” άνθος ολομόχανο.
Ποιά φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σαν να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα….» («Ένα έρημο άνθος»)
στη παράξενα δυνατή πίστη ενός αστράτευτου αναρχικού
«Γλυκό που είναι το σκοτάδι στις εικόνες των προγόνων
άμωμα χέρια μεταληπτικά….
θημίαμα η γαλάζια οσμή κι ο καπνός ασημένιος
κερί να στάζη ολοένα στα παιδόπουλα…» («Η Ορθοδοξία»)
στο θάνατο και στη πόρτα του που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα ανοίξει
«Είναι μία θύρα στα μάτια κάθε νεκρού
με καίει τρόμος απ’την ηλικία
των λουλουδιών έτσι γρήγορα που φεύγουν
έτσι γρήγορα είναι μία θύρα βαμμένη με τη σιωπή….» («Είσοδος»)

Ο Καρούζος θα ερωτεύτηκε, σαν όλους τους ποιητές, εκείνους που έσκυψαν από πάνω του και τον ξεψάχνισαν, που τον ψαχούλεψαν μέχρι να τον εμπιστευτούν. Δείχνει πως δεν χαρίστηκε ωστόσο ποτέ σε κανέναν.
Πρώτα να σε προσγειώνει
«Σαν αφαιρέσεις από τον ήλιο την λαίμαργη αστρονομία
δεν είναι πιότερος από μιά πυγολαμπίδα που διαστέλλει
την κίνηση μεσ” το άναυδο σκοτάδι…»
κατόπιν να σε καθαιρεί εκθέτοντας σε
«…δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα…»
και τέλος να σε καλεί να αγγελοκρουστείς παρέα μαζί του σε κάτι ανελέητο
«…Ο άγγελος τότε του έαρός μου φώναξε: -Μην στενεύεις
αγίαζε μονάχα, μην σκοπεύεις, κι απ” το μειλίχιο
δαιμόνιο της αγάπης πιό πέρα ακόμη τράβα κι ας είπες
θα κομματιάσω τον κόσμο για να ματιάσω
τη δύναμη της αλήθειας…» («Τι είπα κάποτε σ’έναν ιπτάμενο»)

Εικοσιτέσσερα χρόνια πριν τον πρόφτασε η δεύτερη του θάλασσα
«Δυό θάλασσες με κυνηγούν: η ζωή και ο θάνατος
δυό ρεύματα π” αναθέματα στην καρδιά μου…»
έφυγε άρρωστος, άπορος (!) και ταπεινός καταριώντας θαρρείς τη τέχνη του μέσα στη θλίψη.
«..να παίζουμε τους ανέμους
να παίζουμε γλυκά τους κολασμένους…
Η τέχνη μας η φριχτότερη του εγώ μεταμφίεση» («Στην ύλη εισχώρησα ουρλιάζοντας»)
Αλλά τελικώς όχι, ο Καρούζος είχε πίστη στο πνεύμα και την υπόσταση του ποιητή, στο πνεύμα και την υπόσταση του ανθρώπου.
«Η τέχνη θα επιβιώσει των ιδεολογιών και θα πάει προς στέρεες μορφές. Θα χρειαστεί ίσως να κάνει λίγο πίσω, για να πάει μπροστά»
(από συνέντευξή του στον Δημήτρη Γκιώνη).

Στον παρόντα δύσκολο Χρόνο ας κρατήσουμε το αρχίνημα της «Νεολιθικής νυχτωδίας στη Κρονστάνδη»
«Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
απροφωλιάζει η λευτεριά στον άστροργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη…»
κι ίσως κάποια στιγμή να καταφέρουμε να δώσουμε εμείς την απάντηση στην απορρία του
«Να ιδούμε αν η άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρα μας».