Monthly Archives: Νοεμβρίου 2018

1

«Μία Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Τσάρλς Ντίκενς

«Ο Μάρλευ ήταν νεκρός: αυτό για αρχή. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτού. Το μητρώο της ταφής του φέρει τις υπογραφές του κληρικού, του υπαλλήλου, του εργολάβου κηδειών και αυτή από το κύριο πένθιμο πρόσωπο. Ο Σκρούτζ το υπόγραψε … Ο Μάρλευ ήταν τόσο νεκρός όσο ένα καρφί της πόρτας…». (μτφ της υπογράφουσας)

Ποιος θέλει να διαβάσει μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία με τέτοια μακάβρια αρχή; Πως μπορούν να είναι αυτά τα πρώτα λόγια ενός Χριστουγεννιάτικου βιβλίου;

Ο Τζέικοπ Μάρλευ στο κόσμο των ζωντανών ήταν ο συνεταίρος του Εμπενίζερ Σκρουτζ. Οι δυό τους ήταν ιδιοκτήτες ενός λογιστικού γραφείου κι είχαν γίνει πρωταθλητές στην απληστία και στην αθλιότητα. Ο επί επτά χρόνια πεθαμένος Μάρλευ εμφανίζεται ως ένα αποτρόπαιο φάντασμα μπροστά στον Σκρούτζ κι η καταπληκτική αυτή Χριστουγεννιάτικη ιστορία ξεκινά. Ο νεκρός Μάρλευ είναι καταδικασμένος να περιπλανιέται στον κόσμο κουβαλώντας βαριές αλυσίδες κι ελπίζει να σώσει το παλιό του συνεργάτη από μία παρόμοια μοίρα.

Το βιβλίο γράφτηκε το φθινόπωρο του 1843 καταμεσής μίας παρατεταμένης περιόδου κατάθλιψης και ανεργίας. Ο Ντίκενς ήταν απασχολημένος με το να συγγράφει σε συνέχειες ένα μυθιστόρημα με τίτλο Martin Chuzzlewit, το οποίο δεν είχε τις αναμενόμενες πωλήσεις. Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας ανησυχούσε πολύ για τη κατάσταση της χώρας του. Είχε επισκεφθεί ένα κακόφημο σχολείο, το οποίο πρόσφερε βασική εκπαίδευση σε παιδιά του δρόμου. Παιδιά βρώμικα, παραμελημένα, χωρίς γονείς που έχαναν πολλές φορές τα μαθήματα τους επειδή ήταν στη φυλακή για κλοπές και πορνεία. Παρότρυνε μία πλούσια φίλη του, την κυρία Κάουτς, να στηρίξει αυτά τα σχολεία. Ο Ντίκενς έδινε διαλέξεις υποστήριξης σε διάφορες πόλεις και προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο να μεριμνήσει για την περαιτέρω εκπαίδευση των παιδιών αυτών. Άκουσε με τρόμο την έκθεση της Επιτροπής Παιδικής Απασχόλησης κι αποφάσισε να σχεδιάσει « ένα πολύ φθηνό φυλλάδιο» που θα ονομάζεται «Μία έκκληση προς τον λαό της Αγγλίας εξ’ ονόματος του παιδιού του Φτωχού». Το φυλλάδιο δεν γράφτηκε ποτέ. Αντ’ αυτού γεννήθηκε μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία.

Ο Ντίκενς είπε ότι, όταν επινόησε το βιβλίο του «έκλαψα και γέλασα κατόπιν ξαναέκλαψα κι ενθουσιάστηκα με το πιο εξαιρετικό τρόπο» περπατώντας καθημερινά περί τα 20 μίλια στους νυχτερινούς δρόμους του Λονδίνου. Όταν ολοκλήρωσε το βιβλίο, δήλωσε «ξέσπασα σαν τρελός!» Απαίτησε από τον εκδότη του μία πολύ όμορφη έκδοση, με έγχρωμες εικόνες και επίχρυσα γράμματα στο εξώφυλλο.

Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία είναι μια αρκετά απλή αλληγορία χτισμένη πάνω σε μια επεισοδιακή αφηγηματική δομή, στην οποία κάθε ένα από τα κύρια περάσματα της έχει ένα σταθερό και προφανές συμβολικό νόημα. Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε τμήματα (ο Ντίκενς τα επισημαίνει ως staves) εκ των οποίων τα τρία μεσαία αφορούν τις περίφημες επισκέψεις των διάσημων φαντασμάτων. Οι τρεις πνευματικοί οδηγοί, μαζί με κάθε ιστορία τους, εκτελούν μια συγκεκριμένη θεματική λειτουργία – Το φάντασμα των Χριστουγέννων του παρελθόντος, με το λαμπερό κεφάλι του, αντιπροσωπεύει τη μνήμη και την ανάμνηση. Το φάντασμα των Χριστουγέννων του παρόντος ταυτίζεται με τη φιλανθρωπία, την ενσυναίσθηση και την εμπάθεια και το πνεύμα των Χριστουγέννων του μέλλοντος αντιπροσωπεύει το φόβο του Θανάτου. Ο Εμπενίζερ Σκρούτζ επαναλαμβάνοντας τις γνωστές εκφράσεις του «μπα!» κι «απάτη» (bah! και humbug! στο πρωτότυπο) ενσαρκώνει όλα εκείνα που προσπαθούν να μειώσουν, να προσβάλλουν το πνεύμα των Χριστουγέννων: την απληστία, τον εγωισμό και την αδιαφορία για τη δυστυχία του πλησίον.

Ο Ντίκενς ελπίζει να μας (από)δείξει ότι, μέσω των ηθικών και των θρησκευτικών διδαγμάτων ακόμη κι οι πιο ανυπόφοροι άνθρωποι μπορεί να γίνουν φιλάνθρωποι, κοινωνικά συνειδητοί και γεμάτοι από καλές προθέσεις. Η ζεστασιά, η γενναιοδωρία κι η καλή θέληση ξεπερνούν και τελικώς νικούν τη πικρή απάθεια του εγωιστή και τσιγκούνη Σκρούτζ, καθώς συναντά την μνήμη, την ικανότητα της ενσυναίσθησης και το φόβο του για τον θάνατο. Η μνήμη υπενθυμίζει στο Σκρούτζ την εποχή που ήταν ακόμη συναισθηματικά συνδεδεμένος με άλλους ανθρώπους πριν κλείσει τον εαυτό του σε μια αυστηρή κατάσταση αλλοτρίωσης. Η ενσυναίσθηση δίνει τη δυνατότητα στον Σκρούτζ να συμπάσχει και να κατανοεί αυτούς που είναι λιγότερο τυχεροί από τον εαυτό του, όπως ο μικρός Τιμ και ο πατέρας του Μπομπ Κράτσιτ. Ο φόβος του θανάτου υπονοεί την επικείμενη ηθική εκτίμηση – την υπόσχεση αναλόγως της τιμωρίας και της ανταμοιβής.

Με την ιστορία του κάθε Φαντάσματος να λειτουργεί ουσιαστικά ως παραβολή, η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία προάγει τα χριστιανικά ηθικά ιδεώδη που συνδέονται με τα Χριστούγεννα – γενναιοδωρία, καλοσύνη και οικουμενική αγάπη για την κοινότητα. Το βιβλίο προσφέρει επίσης μια σαφώς πιο σύγχρονη άποψη των Χριστουγέννων, λιγότερο θρησκευτική, μία και καταπιάνεται από λιγότερο αυστηρές και πιο χαρούμενες παραδόσεις – την ανταλλαγή δώρων και τις εορταστικές εκδηλώσεις. Το βιβλίο περιέχει επίσης ένα -τρόπο τινά- πολιτικό μήνυμα, που απορρέει από την αγωνιώδη προσπάθεια επιβίωσης των φτωχών οικογενειών, όπως η πολύτεκνη οικογένεια Κράτσιτ. Ο Εμπενίζερ Σκρούτζ μένει έκθαμβος μπροστά στη καλοσύνη, στο πείσμα και τη δύναμη του μικρού ανάπηρου Τιμ και τελικώς συνδέει τη δική του σωτηρία με εκείνη του φτωχού κι άρρωστου αγοριού. Βοηθά την οικογένεια Κράτσιτ κι υιοθετεί εικονικά τον μικρό Τιμ ενεργώντας σαν ένας δεύτερος πατέρας στο μικρό αγόρι.

Το βιβλίο πρωτοδημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 1843 σε εικονογράφηση του Τζον Λιτς από τον εκδότη Chapman & Hall. Η πρώτη έκδοση, περί τα 6.000 αντίτυπα, εξαντλήθηκε ως τις παραμονές των Χριστουγέννων, ενώ έως τα Χριστούγεννα του 1844 είχε κάνει δεκατρείς εκδόσεις! Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες κι έχει μεταφερθεί πολλαπλώς τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Έχει παρουσιαστεί επίσης ως όπερα, μπαλέτο, animation και μιούσικαλ.
Ο Τσάρλς Ντίκενς ήταν ο πρώτος μεγάλος συγγραφέας που παρουσίασε δημόσια τα έργα του σε μεγάλες αίθουσες παρουσία κοινού.

Ακολουθούσε ένα παράξενο διαιτολόγιο τις ημέρες των παραστάσεων. Έπαιρνε δύο κουταλιές ρούμι με γεύση φρέσκιας κρέμας για πρωινό, μια πίντα σαμπάνιας για τσάι και, μισή ώρα πριν από την έναρξη της αφήγησης του, έπινε ένα ωμό αυγό χτυπημένο σε ένα ποτήρι σέρι. Κατά τη διάρκεια του πεντάλεπτου διαλείμματος του, έπινε πάντα ένα γρήγορο φλιτζάνι βοδινού ζωμού και ξάπλωνε το βράδυ στο κρεβάτι με ένα μπολ σούπα!

Ξεκίνησε τις δημόσιες αφηγήσεις του με τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, δέκα χρόνια μετά τη πρώτη της κυκλοφορία στα 1853 και τελείωσε με αυτήν στις 15 Μαρτίου του 1870. Τελειώνοντας με την ανάγνωση της «μικρής του ιστορίας» στο St James Hall του Λονδίνου, είπε απευθυνόμενος στο ακροατήριο του «Από αυτά τα φανταχτερά φώτα, εξαφανίζομαι τώρα για πάντα, με μια ειλικρινή ευγνωμοσύνη, σεβασμό και ένα στοργικό αποχαιρετισμό.» Με τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό του, ο Ντίκενς σήκωσε τα χέρια στα χείλη του σε ένα γλυκό φιλί κι έφυγε από την σκηνή για πάντα. Πέθανε τρεις μήνες αργότερα σε ηλικία 58 ετών.

Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά ως επί το πλείστον σε παιδικές διασκευές από πολλούς εκδότες. Ενδεικτικά αναφέρω τους: Άγκυρα, Μίνωας, Πατάκης, Κέδρος, Παπαδόπουλος, Νάρκισσος, Κουκούτσι, Αίσωπος, Μεταίχμιο, Ψυχογιός, Καστανιώτης, Ερευνητές και Πλατύπους. Για τους ενήλικες προτείνω την πρωτότυπη έκδοση των εκδόσεων Penguin.

Ειρήνη Μανδηλαρά

4

Για τους λάτρεις του Bram Stoker κι όχι μόνο!

Μεταφράζω από το άρθρο της Jessica Hester στο Οκτωβριάτικο Atlas Obscura:
Ο Bram Stoker δεν ταξίδεψε ποτέ στην Τρανσυλβανία. Όμως, ενώ ερευνούσε και συνέταξε το Dracula , φαίνεται ότι έκανε συχνές .. εκδρομές στη βιβλιοθήκη του Λονδίνου .
Εκεί στη Λονδρέζικη βιβλιοθήκη και μέσω των βιβλίων ο Stoker μεταφέρθηκε στα Καρπάθια Όρη και ξεσκόνισε τα πάντα αναφορικά με την γεωγραφία τους, τη κουζίνα τους και τις δεισιδαιμονίες τους. Άφησε δε και κάποια από τα σημάδια του σε μερικούς από τους τόμους της βιβλιοθήκης. Ο Stoker υπέβαλε αίτηση για κάρτα μέλους στη βιβλιοθήκη το 1890, επτά χρόνια πριν δημοσιεύσει τη βαμπιρική νουβέλα του.
Από την ενδελεχή μελέτη των βιβλίων ο Stoker πήρε σχολαστικά σημειώματα. Έτσι οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι ανάγνωσε το έργο The Book of Were-Wolves, στο οποίο η Sabine Baring-Gould περιέγραψε έναν λυκάνθρωπο «μεγάλος σαν μόσχος με φόντο τον ορίζοντα, η γλώσσα του έξω, και τα μάτια του φεγγοβολούν σαν τις φωτιές των βάλτων».
Για να πάρει μία εικόνα των μοναχικών κάστρων στην κορυφή των οδοντωτών λόφων , ο Stoker στράφηκε σε βιβλία όπως το An Account of the Principalities of Wallachia and Moldavia. Οι σημειώσεις του Stoker ανακαλύφθηκαν το 1913. Το 2008, οι μελετητές Robert Eighteen-Bisang και Elizabeth Miller τις συνέταξαν σε ένα βιβλίο στο Bram Stoker’s Notes for Dracula.
Όταν ο διευθυντής της βιβλιοθήκης, Philip Spedding, είδε αυτόν τον τόμο, αποφάσισε να το ερευνήσει και να δει ποια από τα βιβλία του Stoker που αναφέρονται στο βιβλίο των Bisang/ Miller, υπήρχαν ακόμα στη συλλογή της βιβλιοθήκης. Ο Spedding βρήκε 26 από αυτά. Πολλά φέρουν σχολιασμούς με τις σημειώσεις του Stoker. Στα λευκά περιθώρια των σελίδων βλέπουμε κυρίως τις γραμμές και τους .. σταυρούς του συγγραφέα. Υπάρχουν και χειρόγραφες σημειώσεις στις σελίδες! Το προσωπικό της βιβλιοθήκης πιστεύει τώρα ότι, η κλασσική, πολυαγαπημένη ιστορία του Κόμη Δράκουλα της Τρανσυλβανίας έχει ρίζες στο Λονδίνο!
Οι .. μουτζούρες του Bram Stoker στα βιβλία είναι μια διασκεδαστική υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο τα βιβλία ανοίγουν κόσμους στους αναγνώστες και βοηθούν τους συγγραφείς να δημιουργούν εντελώς καινούργιους!!!

Ειρήνη Μανδηλαρά