Monthly Archives: Ιανουαρίου 2018

«Ο ΚΑΘΕΝΑΣ» Ανώνυμος.

1

Η πρεμιέρα του ηθικοπλαστικού αυτού έργου τοποθετείται στα 1510. Ο συγγραφέας του άγνωστος, ανώνυμος. Κάποιοι το αποδίδουν στο μεσαιωνικό συγγραφέα από τις Κάτω Χώρες Peter van Diest, ιστορικά γνωστότερο με τη λατινική εκδοχή του ονόματος του Petrus Diesthemius. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως ο συγγραφέας του έργου ήταν ο Καρθούσιος μοναχός Petrus Dorlandus. Οι φιλόλογοι ερίζουν και για την πρωτότυπη προέλευση του έργου. Πρωτογράφτηκε στα μεσαιωνικά αγγλικά τη περίοδο των Τυδόρ ή αποτελεί τη μετάφραση του σύγχρονου του ολλανδικού έργου με το τίτλο Elckerlijc ; Οι μελέτες του 20ου αιώνα γέρνουν σαφώς προς τη δεύτερη εκδοχή. Όπως και να έχει ο «Καθένας» είναι ένα παιχνίδι ηθικής κι όπως κι άλλα έργα της εποχής του χρησιμοποιώντας αλληγορικούς χαρακτήρες εξετάζει -τι άλλο;- το ζήτημα της Χριστιανικής σωτηρίας και τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος για να την επιτύχει.

Τα πρόσωπα του έργου ή η διανομή των χαρακτήρων του έργου έχουν ως εξής: Διαμηνυτής, Θεός, Θάνατος, Καθένας, Φιλότης, Συγγένεια, Εξάδελφος, Αγαθά, Καλές Πράξεις, Γνώση, Εξομολόγηση, Ομορφιά, Ισχύς, Νόηση, Πέντε Αισθήσεις, Άγγελος, Δόκτωρ.

«Παρακαλώ σας όλους σας, δώστε την προσοχή σας/ κι ακούστε με ευλάβεια δραματικό ένα θέμα,/πλοκή ηθικοπλαστική κι άλλα έργα γραμμένα/ πούχουν έτσι τεχνουργηθεί. Τώρα σ’υπόληψη σας…/ «Το Κάλεσμα του Καθενός» τούτο τιτλοφορείται,/ από τα τέλη της ζωής σαφώς καταδεικνύει/ πως είναι διαβατάρικη ανέκαθεν…»*

Ένας πρόλογος, που διαβάζεται από τον Διαμηνυτή, ζητά από το κοινό να δώσει την αμέριστη προσοχή του και αναγγέλλει το σκοπό του έργου, ο οποίος δεν είναι άλλος από το να μας δείξει τη ζωή μας καθώς και το θάνατο μας («το τέλος μας») και πώς εμείς οι άνθρωποι είμαστε όλοι θνητοί, και μοιραία κάποτε θα μεταβούμε από τη μία κατάσταση στην άλλη.

Ο Θεός μιλάει στη συνέχεια και αμέσως ξεκινά μια κριτική για τον τρόπο με τον οποίο «όλα τα πλάσματα» δεν τον υπηρετούν σωστά. Οι άνθρωποι ζουν χωρίς «φόβο» στον κόσμο, χωρίς να σκέφτονται τον ουρανό ή την κόλαση ή την κρίση που τελικά θα τους επιβληθεί. «Στα κοσμικά πλούτη είναι όλο το μυαλό τους», λέει ο Θεός. Όλοι ζουν καθαρά για τη δική τους ευχαρίστηση, αλλά δεν είναι καθόλου ασφαλείς στη ζωή τους. Ο Θεός βλέπει τα πάντα να σήπονται και να χειροτερεύουν.

Ο Θεός καλεί το Θάνατο, τον «ισχυρό του αγγελιοφόρο». Οι άνθρωποι που αγαπούν το πλούτο και τα κοσμικά αγαθά θα χτυπηθούν από το βέλος του Θανάτου και θα σταλούν να κατοικήσουν στην αιώνια Κόλαση – εκτός αν «Οι καλές πράξεις είναι οι φίλοι τους». Το να υπάρχουν καλές πράξεις είναι μια σημαντική ένδειξη ότι ακόμη και σε αυτό το επιθανάτιο στάδιο, μπορούν να σώσουν έναν αμαρτωλό από την αιώνια καταδίκη.

Ο Θεός εξέρχεται και ο Θάνατος βλέπει τον Καθένα να έρχεται περπατώντας «εξαίρετα ενδεδυμένο». Ο Θάνατος τον προσεγγίζει και τον ρωτάει πού πηγαίνει και αν έχει ξεχάσει τον Δημιουργό του, αυτόν που τον έπλασε. Στη συνέχεια, λέει στο Καθένα ότι πρέπει να κάνει ένα μακρύ ταξίδι και να φέρει μαζί του το «τεφτέρι» του, το βιβλίο που περιέχει τις καλές και τις κακές του πράξεις.

Θάνατος: «Ευθύς θα στο προφέρω./ Είμαι ο μαύρος θάνατος που σκιάζεται κανένα,/ γραπώνω και δεν εξαιρώ στα νύχια μου καθένα/ γιατί είναι θεϊκή εντολή σ’εμέ να υπακούουν/ όλοι οι άνθρωποι, θνητοί, στο όνομα που ακούουν.» Καθένας: «Θάνατε, μαυροθάνατε, σε τέτοια ήρθες στιγμή μου,/ που δεν σε είχα στο μυαλό, καν στην υπόληψή μου,/ Είναι στην εξουσία σου εμένα να με σώσεις/ απ’τ’αγαθά μου όσα θες, πάρε, ιδού, πιστώσεις,/ χίλια χρυσά που δίνω σου,/ αν έχεις καλωσύνη-/ κι ανάβαλε το ζήτημα, άλλη φορά ας με κρίνη.»*

Ο Καθένας τρομοκρατημένος ζητά από το Θάνατο αν θα μπορούσε να τον συντροφεύσει κάποιος σε αυτό του το ταξίδι από τη ζωή στο θάνατο του. Ο Θάνατος του απαντά ότι θα μπορούσε να έχει συντροφιά του οποιοδήποτε θα ήταν αρκετά γενναίος για να πάει μαζί του.

Φιλότης, Συγγένεια κι Εξάδελφος προσεγγίζονται από τον Καθένα και γεμάτοι ενθουσιασμό υπόσχονται να μείνουν μαζί του μέχρι να επιλυθεί το σοβαρό θέμα που τον απασχολεί. Ωστόσο μόλις ο Καθένας αποκαλύπτει πως ο Θάνατος τον έχει καλέσει να σταθεί ενώπιον του Θεού, όλοι τους κάνουν πίσω. Μία από τις πιο εύθυμες στιγμές του έργου είναι όταν ο Εξάδελφος αρνείται να ακολουθήσει τον Καθένα γιατί έχει κράμπα στο δάχτυλο του ποδιού του! Το κεντρικό μήνυμα του πρώτου μέρους του έργου είναι ότι οι συγγενείς και οι φίλοι, όσο αξιόπιστοι μπορεί να φαίνονται, ωχριούν σε σύγκριση με τη σταθερή συντροφιά του Θεού.

Έχοντας απορριφθεί από τους συνανθρώπους του, ο Καθένας στρέφει τις ελπίδες του σε άψυχα αντικείμενα. Απευθύνεται στα Αγαθά για να τον βοηθήσουν τούτη τη δύσκολη ώρα, αλλά αυτά δεν του προσφέρουν καμία ανακούφιση. Τα Αγαθά του λένε πως πρέπει να θαυμάζονται μετριοπαθώς από τους ανθρώπους κι ότι θα έπρεπε να είχε προσφέρει κάποια από τα αγαθά του στους φτωχούς.

Ο Καθένας συναντά τις Καλές Πράξεις, ένα χαρακτήρα που ειλικρινά νοιάζεται για τη δυστυχία του, παρόλο που αυτές βρίσκονται ξαπλωμένες στο έδαφος, φανερά εξασθενημένες από τις πολλές του αμαρτίες. Ο επόμενος φιλικός χαρακτήρας στο δρόμο του Καθένα είναι η Γνώση, που του δίνει τις καλύτερες συμβουλές οδηγώντας τον στην Εξομολόγηση. Ο Καθένας ζητά από την Εξομολόγηση να τον απαλλάξει από όλα του τα κακά. Εκείνη γεμάτη επιείκεια του λέει πως το πνεύμα του μπορεί να γίνει ξανά καθαρό. Ο Καθένας τιμωρείται, υποφέρει και στο τέλος καθάρεται κι ανακαλύπτει πως οι Καλές του Πράξεις, ελεύθερες και δυνατές, είναι πλέον έτοιμες να σταθούν δίπλα του την ώρα της κρίσεως.

Μετά τον καθαρισμό της ψυχής του ο Καθένας είναι έτοιμος να συναντήσει το Δημιουργό του. Οι Καλές Πράξεις κι η Γνώση τον προτρέπουν να καλέσει «τρία πρόσωπα μεγάλης δύναμης» και τις πέντε αισθήσεις του ως συμβούλους. Ομορφιά, Ισχύς, Νόηση και Πέντε Αισθήσεις υπόσχονται να μείνουν δίπλα του, αλλά όπως η οικογένεια κι οι φίλοι του στο τέλος τον εγκαταλείπουν. Για άλλη μία φορά ο Καθένας μένει μαζί με τη Γνώση και τις Καλές Πράξεις στηριζόμενος πλέον στον εαυτό του. Η Γνώση μένει μαζί του έως ότου ο Καθένας βγαίνει από το σώμα του. Οι Καλές πράξεις ταξιδεύουν μαζί του. Μετά την αναχώρηση του ένας Άγγελος καταφθάνει κι αναφέρει πως η ψυχή του Καθένα έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού.

Ένας τελικός αφηγητής μας προτρέπει ως κοινό να μάθουμε μέσα από τον Καθένα. Τα πάντα στη ζωή μας είναι φευγαλέα, με εξαίρεση τις πράξεις μας τις γεμάτες καλοσύνη και φιλανθρωπία.

Μισή χιλιετηρίδα μετά τη συγγραφή του έργου αυτού θα χαρακτηριστεί από πολλούς ως μία ναΐφ, αφελής αλληγορία. Μπορεί ο άνθρωπος του 21ου αιώνα να ταυτιστεί με τον «Καθένα» και να μάθει από αυτόν; Ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως ακριβώς κι ο «Καθένας», έχει έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με ψεύτικες υποσχέσεις, έχει προδοθεί από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα, έχει νοιώσει τη ματαιότητα των κοσμικών ζητημάτων και των επίγειων αγαθών. Ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως κι ο μεσαιωνικός «Καθένας», φοβάται τα δύσκολα ψυχικοπνευματικά ταξίδια, τη δυσκολία, τη τιμωρία και τη δραματική αλλαγή που μπορούν να επιφέρουν. Ο «καθένας» σύγχρονος άνθρωπος επιθυμεί ωστόσο τη καλή κρίση και τη σωτηρία που τη συνοδεύει. Ίσως το έργο αυτό να μας βοηθήσει να βρούμε τι πρέπει ο κάθε άνθρωπος πραγματικά να εκτιμά στη ζωή του.

(τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα με τον αστερίσκο (*) είναι από το βιβλίο «Ο ΚΑΘΕΝΑΣ- ΕΝΑ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΗΘΙΚΟΠΛΑΣΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ» μτφ. Αθανάσιος Δ. Οικονόμου . Εκδόσεις Οδός Πανός, Σεπτέμβριος 2014 )

Ειρήνη Μανδηλαρά

«ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ» – ARMANDO LUCAS CORREA

1

Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, λαμβάνοντας χώρα στο Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη και την Αβάνα το εξαίρετο αυτό μυθιστόρημα εκτείνεται σε 70 και πλέον χρόνια, καθώς δύο κορίτσια λένε τις ιστορίες τους σε εναλλασσόμενα κεφάλαια.

Συναντάμε την Hannah Rosenthal στο Βερολίνο το 1939. Είναι μία ζωηρή, ζωντανή δωδεκάχρονη Εβραία που της αρέσει να περιδιαβαίνει τη πόλη μαζί με τον καλύτερο της φίλο τον Leo Martin. Oι Ναζί – η Hannah κι ο Leo τους αποκαλούν Ogres (Δράκους)- γίνονται ολοένα κι απειλητικότεροι αναγκάζοντας τις εβραϊκές οικογένειες όπως οι Rosenthal, να κλειστούν στα σπίτια τους και κατόπιν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία.

«Η μυρωδιά του διαμερίσματος είχε καταντήσει ανυπόφορη. Δεν καταλάβαινα πώς μπορούσε η μαμά μου να ζει κλεισμένη σ’ αυτούς τους τοίχους, που ήταν καλυμμένοι από μια πράσινη μεταξωτή ταπετσαρία στο χρώμα της μούχλας και κατάπιναν το όποιο ελάχιστο φως της μέρας που υπήρχε αυτή την εποχή. Ήταν η μυρωδιά του εγκλεισμού. Είχαμε λιγότερο χρόνο να ζήσουμε. Το ήξερα• το ένιωθα. Δεν θα περνούσαμε το καλοκαίρι εκεί, στο Βερολίνο. Η μαμά είχε βάλει ναφθαλίνη στις ντουλάπες για να περισώσει τον κόσμο της και η αψιά μυρωδιά πλημμύριζε το διαμέρισμα. Δεν είχα ιδέα τι προσπαθούσε να προστατέψει, αφού έτσι κι αλλιώς θα τα χάναμε όλα… «Πάρα πολλά σπασμένα τζάμια», ήταν η δικαιολογία της από τότε που έγινε το τρομερό πογκρόμ τον περασμένο Νοέμβριο και ο μπαμπάς έχασε τη δουλειά του. Είχε συλ ληφθεί στο γραφείο του στο πανεπιστήμιο και είχε προσαχθεί στο τμήμα της Γκρόλμανστράσε, όπου κρατήθηκε σε απομόνωση για κάποιο αδίκημα που δεν καταλάβαμε ποτέ. Ήταν στο ίδιο κελί χωρίς παράθυρα όπου κρατούνταν και ο πατέρας του Λέο, ο χερ Μάρτιν…»

Η Anna Rosen επίσης 12 ετών, ζει στη σύγχρονη πόλη της Νέας Υόρκης με τη μητέρα της, η οποία γίνεται ολοένα και πιο απελπισμένη μετά από το θάνατο του συζύγου της την 11η Σεπτεμβρίου. Το παρελθόν του συζύγου-πατέρα καλύπτεται από βαθύ πέπλο μυστηρίου κι η Anna επιθυμεί διακαώς να μάθει όσα περισσότερα μπορεί για αυτόν.

«Τη μέρα που εξαφανίστηκε ο μπαμπάς, η μαμά ήταν έγκυος σε μένα. Μόλις τριών μηνών. Είχε τη δυνατότητα να ρίξει το παιδί, αλλά δεν το έκανε. Ποτέ δεν σταμάτησε να ελπίζει πως κάποια μέρα θα γύριζε σπίτι ο μπαμπάς – ακόμα και αφού παρέλαβε το πιστοποιητικό θανάτου του. «Δώστε μου κάποια απόδειξη, ένα ίχνος του DNA του, και τότε τα λέμε», τους έλεγε πάντα. Ίσως επειδή ο μπαμπάς της ήταν ακόμα ξένος κατά κάποιον τρόπο –μυστηριώδης, μονήρης και λιγομίλητος– πίστευε ότι μπορεί να επανεμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή. Ο μπαμπάς έφυγε χωρίς να ξέρει ότι επρόκειτο να γεννηθώ εγώ. «Αν ήξερε ότι περίμενα κόρη, θα ήταν ακόμα εδώ μαζί μας», επέμενε η μαμά κάθε Σεπτέμβριο όσα χρόνια τη θυμάμαι …»

Πίσω στη Γερμανία του Μεσοπολέμου οι Rosenthals μαζί με τους Martins επιβιβάζονται στο SS St Lewis με προορισμό την Αβάνα στη Κούβα.

To SS St. Lewis ήταν ένα υπερατλαντικό πολυτελές πλοίο που ανήκε στην εταιρεία Hamburg-American Line. Στις 13 Μαΐου του 1939 αναχώρησε από το Αμβούργο για την Κούβα, που αποτελούσε μια δημοφιλή ενδιάμεση στάση για πρόσφυγες που επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο πλοίο ήταν 937 επιβάτες και 231 μέλη πληρώματος. Οι περισσότεροι από τους ταξιδιώτες ήταν Εβραίοι που εγκατέλειψαν τη Γερμανία εν μέσω αυξανόμενων φόβων για την ασφάλεια τους. Έξι μήνες περίπου νωρίτερα οι Ναζί είχαν επιτεθεί ανελέητα στους Εβραίους και τις περιουσίες τους σε μία νύχτα γεμάτη τρόμο που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα Kristallnacht. Στους επιβάτες είχαν δοθεί έγγραφα εισόδου στη Κούβα όπου θα παρέμεναν έως ότου οι ΗΠΑ θα ενέκριναν τις βίζες τους. Οι Κουβανοί όμως, ενδίδοντας σε πιέσεις τόσο από το εξωτερικό όσο κι από το εσωτερικό της χώρας, δέχτηκαν μόνο 28 από τους Εβραίους πρόσφυγες. Ο Max, ο πατέρας της Hannah, ήταν από αυτούς που επέστρεψαν στην Ευρώπη. Στην Hannah ωστόσο και στην μητέρα της Alma επετράπη η μετανάστευση.

Στα 2014 η Anna Rosen παραλαμβάνει ένα παράξενο πακέτο από μία άγνωστη και για χρόνια χαμένη συγγενή, τη μεγάλη θεία Hannah (o πατέρας της Anna είναι ανιψιός της) και μερικές ξεθωριασμένες φωτογραφίες του SS St Louis. Το περιεχόμενό του πακέτου θα εμπνεύσει την Anna και τη μητέρα της να ταξιδέψουν στην Αβάνα για να μάθουν την αλήθεια για το μυστηριώδες και τραγικό παρελθόν της οικογένειάς τους, μια αναζήτηση που θα βοηθήσει την Anna να καταλάβει τη θέση της και τον σκοπό της στον κόσμο.

«Το δέμα έχει ταχυδρομηθεί από τον Καναδά, αλλά στην πραγματικότητα είναι από την Αβάνα, την πρωτεύουσα του νησιού της Καραϊβικής όπου γεννήθηκε ο μπαμπάς. Όταν το ανοίγουμε, βλέπουμε ότι περιέχει έναν δεύτερο φάκελο. Απέξω γράφει «Για την Άννα, από τη Χάνα» με μεγάλα, τρεμουλιαστά γράμματα. Αυτό δεν είναι δώρο, σκέφτομαι. Μάλλον θα περιέχει έγγραφα ή ποιος ξέρει τι άλλο. Κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει καμία σχέση με τα γενέθλιά μου… Η μαμά ανοίγει τον δεύτερο φάκελο. Το μόνο που βρίσκουμε μέσα είναι παλιά φύλλα κοντάκτ και πολλά αρνητικά φωτογραφιών, μαζί με ένα περιοδικό –στα γερμανικά;– από τον Μάρτιο του 1939. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται προφίλ μια χαμογελαστή ξανθιά κοπέλα. «Η Γερμανίδα Κορασίδα», λέει η μαμά, μεταφράζοντας τον τίτλο του περιοδικού. «Σου μοιάζει…» μου λέει αινιγματικά…»

Οι παραλληλισμοί των δύο κοριτσιών είναι πολλοί. Και οι δύο υποφέρουν από μητέρες με τις οποίες φαίνεται ότι έχουν μια τεταμένη συναισθηματική σύνδεση. Κι οι δύο υποφέρουν από το χαμό των πατέρων τους, οι οποίοι τους χάθηκαν από τις ζωές τους για διαφορετικούς λόγους. Είναι κι οι δύο τους μοναχοπαίδια κι έχουν από ένα αγόρι- καλό φίλο συνομήλικο τους, αν κι η Hannah είναι πιο συνδεδεμένη με τον Leo, από ότι η Anna με τον Diego.

Όταν δόθηκε η εντολή στο SS St Lewis να εκκενώσει τα Κουβανέζικα νερά ο καπετάνιος του Gustav Schröder κατέβαλλε ηρωικές προσπάθειες για να βρεθεί ένα μη Γερμανικό λιμάνι να δεχθεί τους πρόσφυγες. Μετά τη Κούβα οι ΗΠΑ κι ο Καναδάς του αρνήθηκαν την είσοδο. Αναγκασμένος να επιστρέψει στον Ατλαντικό, το πλοίο σταμάτησε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες που συμφώνησαν – μετά από μια έντονη σειρά διαπραγματεύσεων – να πάρουν τους επιβάτες. Η Μεγάλη Βρετανία δέχθηκε 287. Η Γαλλία, 224, το Βέλγιο, 214 και η Ολλανδία 181. Το Σεπτέμβριο του 1939, η Γερμανία άρχισε τον Πόλεμο. Εκτός από τους 287 Εβραίους που είχαν ληφθεί στη Μεγάλη Βρετανία, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους επιβάτες υπέφεραν από τις τρομοκρατικές Ναζιστικές επιθέσεις. Τουλάχιστον ένα τέταρτο από αυτούς, περί τους 255, εξοντώθηκαν από τους Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Με αφορμή το τραγικό ιστορικό γεγονός του SS St Lewis και των «καταραμένων» επιβατών του ο Armando Lucas Correa μέσω του πρώτου αυτού μυθιστορήματος του, καταγγέλλει τη πολιτική των κλειστών συνόρων και τις μοιραίες συνέπειες της που φθάνουν ως την αποτυχία της ανθρωπότητας να συναισθανθεί, να δεχθεί, να περιθάλψει τα μοιραία και καταδικασμένα μέλη της.

Ο Armando Lucas Correa είναι βραβευμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας. Εργάζεται ως αρχισυντάκτης στο People en Espanol, το κορυφαίο σε πωλήσεις ισπανόφωνο περιοδικό των ΗΠΑ. Το βιβλίο «Αναζητώντας την Έμα» εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Rayo, Harper Collins το 2007 και από τον Aguilar, Santillana στο Μεξικό, το 2009. Το μυθιστόρημα, «Το Κορίτσι από τη Γερμανία», εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο 2016 στα αγγλικά και τα ισπανικά από την Atria Books. Στα Ελληνικά εκδόθηκε στις 22/11/2017 από τις εκδόσεις Διόπτρα. Σύντομα θα μεταφερθεί στο Κινηματογράφο.

Ειρήνη Μανδηλαρά.