Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2016

ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ «ΓΥΜΝΟ (κι άλλα) ΓΕΥΜΑ(τα)»

1

Ο Charlie Parker, ο Dizzy Gillespie, ο Thelonious Monk, ο Duke Ellington με τις σοφιστικέ αρμονίες τους και τα γρήγορα τέμπο τους πέρασαν τη πολεμική και τη πρώτη μεταπολεμική μουσική σκηνή από το swing και το rhythm and blues στις πρώτες φόρμες της jazz μουσικής. Οι νέοι ρυθμοί των κλασσικών πλέον τραγουδιών όπως τα «Cotton Tail», «Take the ‘A’ train», «Salt Peanuts» και «Round Midnight» ρόλαραν σε επαναστατικά για την εποχή τους σαξοφωνικά beats. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 ένας νεαρός εν ονόματι Jack Kerouak θέλοντας να περιγράψει την κούραση, την ήττα, αλλά και τη μακαριότητα της χτυπημένης γενιάς του εισήγαγε τον όρο beat στον καλλιτεχνικό και στον κοινωνικό του περίγυρο. Δύο ακόμη φίλοι του, ο Allen Ginsberg κι ο William S. Burroughs αποτέλεσαν τον κεντρικό πυρήνα του νέου αυτού λογοτεχνικού κινήματος. Αργότερα προστέθηκαν κι άλλα μέλη όπως οι οι ποιητές Gary Snyder, Michael McClure και Gregory Corso κι o συγγραφέας και εκδότης Lawrence Ferlinghetti. Ένα χρόνο μετά την εκτόξευση του πρώτου τεχνητού δορυφόρου Sputnik 1 και συγκεκριμένα στα 1958 οι εφημερίδες του Σαν Φραντσίσκο «αναβάθμισαν» τους beats σε beatniks παρά τη θέληση των μελών της beat γενιάς. Beats ή beatniks οι λογοτεχνικοί εκφραστές της συγκεκριμένης γενιάς ή οι κατ’άλλους επαναστάτες κι αντικοινωνικά στοιχεία επηρέασαν αν κι ολιγάριθμοι πολλαπλώς την Αμερικάνικη Λογοτεχνία αλλά και τα επερχόμενα διάσημα ρεύματα των hippies και των punks. Δύο από τα σημαντικότερα έργα τους το On the Road του Kerouak και το Howl του Ginsberg αποτελούν ακόμη και σήμερα δύο από τα δημοφιλέστερα και πιο αναγνωρίσιμα έργα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας του περασμένου αιώνα.

Αλλά ας έρθουμε πιο κοντά στην ημι-αυτοβιογραφική, «παρανοική» λογοτεχνία του William «Lee» Burroughs.
«ΝΙΩΘΩ ΤΟΝ ΚΛΟΙΟ ΝΑ ΣΦΙΓΓΕΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ, τους αισθάνομαι να ετοιμάζουν το επόμενο βήμα, να οργανώνουν τα καριόλια που ’χουν για ρου- φιάνους, να μουρμουράνε πάνω από το κουτάλι και το σταγονόμετρό μου – τα σουτάρω στον σταθμό της Ουάσινγκτον Σκουέαρ, πηδάω τα περιστρεφόμενα κάγκελα κατεβαίνω δυο σιδερένιες σκάλες και παίρνω το τρένο για βόρεια… Ενας νεαρός, όμορφος, κοντοκουρεμένος, με γαλλικά και πιάνο, πουστάκος, στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας μού κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Προφανώς με θεωρεί και το πρώτο μούτρο. Κλασική περίπτωση τύπου που νταραβερίζεται με μπαριτζήδες και ταρίφες, μιλάνε για δεξιά κροσέ και τους Ντότζερς, φωνάζει με το μικρό του όνομα το παιδί στο γκισέ του Νέντικ. Σκέτος μαλάκας. Και πάνω στην ώρα καταφτάνει στην αποβάθρα ο αρχίδης της Δίωξης με την άσπρη καμπαρντίνα (φαντάσου να ακολουθείς κάποιον φορώντας άσπρη καμπαρντίνα. Μάλλον θα θες να σε περάσουν για λούγκρα). Τον φαντά- ζομαι να κρατάει τα σύνεργά μου στο αριστερό του χέρι και το κουμπούρι στο δεξί και να μου λέει: «Σου πέσανε αυτά, κολλητέ». Το τρένο, όμως, έχει ξεκινήσει. «Τα λέμε, μπατσόσκυλο!» φωνάζω, ανταποκρινόμενος στις προσ δοκίες του πουστάκου. Τον κοιτάζω στα μάτια, παρατηρώ τα λευκά του δόντια, το μαύρισμα από τις παραλίες της Φλόριντα, το διακοσίων δολαρίων κοστούμι του από δέρμα καρχαρία, το Μπρουκς Μπρόδερς που- κάμισο με τον σένιο γιακά και τα μανικετόκουμπα, κουβαλώντας τη News σαν ευπόληπτος πολίτης. «Εγώ μόνο τον Μικρό Άμπνερ1 διαβάζω».» (μτφ. Γ.Μπέτσος – εκδ. Τόπος).
Έτσι λοιπόν «ξεκινώντας για δυτικά» ο Lee ξεκινά και το σερβίρισμα του βιβλίου του «Γυμνό Γεύμα». Ο J.G.Ballard χαρακτήρισε το έργο αυτό «σαν μία βόλτα με το τρενάκι του τρόμου στη κόλαση» αλλά κι ως «μία πανδαισία που ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε». Το «Γυμνό Γεύμα» βασίζεται σε σκέψεις και σημειώσεις του συγγραφέα αλλά εμπεριέχει κι αποσπάσματα αλληλογραφίας του με τον Allen Ginsberg. Είναι ένα φευγάτο, αλλόκοτο, ωμό, αντισυμβατικό, εφιαλτικό πόνημα χωρίς αρχή, μέση και τέλος για αυτό κι ο Burroughs μας προτρέπει να το «πιάσουμε» από όπου επιθυμούμε. Μαζί του ταξιδεύουμε στους δρόμους της Νέας Υόρκης, του Μεξικού και της Ταγγέρης, ξυπνάμε στον υπόγειο ή σε φθηνιάρικα ξενοδοχεία κι αγωνιούμε για το επόμενο φιξάκι μας. Ο πανηδονιστής Lee κυνηγά σε όλη τη μποέμικη ζωή του γυναίκες αλλά και νεαρούς άνδρες μελαγχολώντας που δεν καταφέρνει να φτάσει για άλλη μία φορά στην άκρατη σεξουαλική επιτυχία.Το πραγματικό και το φανταστικό τρέχουν γύρω-γύρω σαν τη γάτα με την ουρά της. Δαγκώνονται αλύπητα, αμβλύνονται, εισχωρούν το ένα στο άλλο. Ο Burroughs πορνογραφεί, τρέμει από φρικώδη στερητικά σύνδρομα, πασπαλίζεται από κάθε λογής ναρκωτικά παραμένοντας όμως πάντα τρομερά και συχνά βάρβαρα ειλικρινής. Δεν είναι τυχαίο που το ριζοσπαστικό Παρίσι επέτρεψε τη πρώτη δημοσίευση του «Γυμνού Γεύματος» στα 1959, για να ακολουθήσει η πουριτανική Αμερική τρία χρόνια αργότερα στα 1962. Οι αρχές ωστόσο συνέλαβαν τους υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου και έκαναν κατάσχεση στο στοκ των βιβλίων. Το 1966 μετά από μία ιστορική δίκη, η οποία στην ουσία εσήμανε και το τέλος της λογοκρισίας στις ΗΠΑ, επιτράπηκε η κυκλοφορία του βιβλίου. Αυτή η άγρια περιπέτεια του ναρκομανούς-σεξομανούς Lee δεν θέλει μονάχα να μας οδηγήσει μέσα από τα σκοτεινότερα μονοπάτια στο αβυσσαλέο τέρμα της ανθρώπινης, ψυχοσωματικής φύσης , ασκεί και μία σκληρότατη κριτική στην Αμερικάνικη και κατ’ επέκταση Δυτική κουλτούρα της βίας, του σεξισμού και της πολιτικής κι οικονομικής διαφθοράς. Το περιοδικό Time συμπεριέλαβε το «Γυμνό Γεύμα» στα 100 καλύτερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα ενώ το 1991 κυκλοφόρησε σε ταινία από τον David Cronenberg.

Το 1963 από τις εκδόσεις City Lights του Lawrence Ferlinghetti κυκλοφόρησαν «Οι επιστολές του Γιαχέ». Πρόκειται για μία ημερολογιακή- επιστολική νουβέλα των δύο περισσότερο ταξιδεμένων beats του William Burroughs και του Allen Ginsberg. Ο Burroughs πιστός στην εμμονή του με την Λατινοαμερικάνικη Ήπειρο «την κάνει νότια» κι επισκέπτεται το Εκουαδόρ, τον Παναμά, το Περού αλλά και την ευρύτερη περιοχή της Αμαζονίας προς ανεύρεση του μυθικού, μαγικού γιαχέ. Γιαχέ αποκαλούν οι ιθαγενείς του Πουτουμάγιο το παραισθησιογόνο αναρριχητικό φυτό με την επιστημονική ονομασία Banisteriopsis Caapi. Το γιαχέ το χρησιμοποιούσαν οι σαμάνοι προς ενίσχυση των των οραματικών και μαντικών ιδιοτήτων τους. Το άκρως επεισοδιακό ταξίδι του Lee ξεκινά στα 1953 και στη διάρκεια των επτά μηνών του συμβαίνουν αρκετά απρόοπτα και πολλά παράξενα διανθισμένα με τα συνήθη μπλεξίματα αλλά και τις κακοτυχίες του συγγραφέα. Ο Lee φροντίζει κι ενημερώνει μέσω αλληλογραφίας τον φίλο του Ginsberg. Επτά χρόνια αργότερα ο Ginsberg θα ακολουθήσει τα μονοπάτια του Burroughs δοκιμάζοντας κι αυτός το παρασκεύασμα γιαχέ, το οποίο έχει γίνει πλέον γνωστό αλλά και δημοφιλές. Τώρα έχει σειρά
η …πρόοδος του Ginsberg να γνωστοποιηθεί μέσω επιστολών στον μέντορα Burroughs μαζί με την έκκληση για βοήθεια. Ο Allen έχει προφανή δυσκολία στο να διαχειριστεί τις τρομακτικές εμπειρίες του φίλτρου αυτού! Ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης Oliver Harris (εκδ.Απόπειρα) σημειώνει για το βιβλίο: «…ένα υβρίδιο κωμικής παράδοσης πικαρέσκ, ταξιδιωτικής γραφής, επιτόπιας εθνοβοτανολογικής αναφοράς, πολιτικής σάτιρας, ψυχεδελικής λογοτεχνίας και επιστολικής αφηγηματικότητας. Θυμίζει κατά τόπους τις Διδασκαλίες του Δον Χουάν του Carlos Castaneda -ο οποίος βρισκόταν κάπου στα μισά της μαθητείας του με τον Ινδιάνο Γιακί τη χρονιά που κυκλοφόρησε το The Yage Letters- και σε άλλα σημεία τα Ημερολόγια μοτοσυκλέτας του Che Guevara -ο οποίος περιγράφει την ευρύτερη περιοχή έναν μόλις χρόνο πριν από τα ταξίδια τού Burroughs- λες κι έχουν ξαναγραφεί στο ύφος της πικρής κωμωδίας του Ταξιδιού στα βάθη της νύχτας του Louis-Ferdinand Celine».

«Είχα να πάρω πρέζα δυο μήνες. Όταν ξεκόβεις από την πρέζα κάθε στιγμή σού φαίνεται ίδια με την προηγούμενη, ωστόσο θυμάσαι τις ώρες που βαρούσες, τον στατικό τρόμο της πρέζας, τη ζωή σου να αφομοιώνεται από το χέρι σου τρεις φορές τη μέρα. Κάθε δόση να σε φέρνει πιο κοντά στην τελευταία σου…». Χαρακτηριστικότατο απόσπασμα από το Junky (μτφ. Γ.Μπέτσος – εκδ. Τόπος).
Το μυθιστόρημα αρχίζει το 1945 όταν ο Lee στα 30 του χρόνια ξεκινά τη χρήση μορφίνης κι εθίζεται στα ναρκωτικά. Περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη, διαπράττοντας μικροεγκλήματα παρόλο που συνοδεύεται από τη σύζυγο και τα παιδιά του. Καθώς ο σκιερός κύκλος των συνεργατών του μεγαλώνει, εμπλέκεται με πληροφοριοδότες της αστυνομίας. Για να αποφύγει νομικά προβλήματα ταξιδεύει στο Τέξας και με ιατρική βοήθεια παραμένει για λίγους μήνες «καθαρός». Γρήγορα βαριέται τη συμβατική του ζωή και μετακομίζει στη Νέα Ορλεάνη όπου έχει περιστασιακές ομοφυλοφιλικές επαφές. Το Junky πρωτοδημοσιεύτηκε το 1952 κι αποτέλεσε ένα από τα πρώτα ψυχεδελικά έργα του υπόγειου πολιτισμού και της αντικουλτούρας. Η junk συνείδηση του βιβλίου είναι μια αυτοτελής έννοια, η οποία είναι ταυτόχρονα η κύρια κινητήρια δύναμη στην πλοκή και το κεντρικό σημείο εστίασης της προοπτικής του βιβλίου Η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε σχέση με τη σύνδεση μεταξύ του χαρακτήρα και την ουσία διαφεύγει σε μια μυστικιστική επιστήμη. Υπάρχει συνεχής αναφορά στα κύτταρα του σώματος και τις αισθησιακές τους κατανοήσεις που έρχονται σε αντίθεση με τις επικρατούσες τάσεις των επιστημονικών κανόνων.

Μετά από περίπου 25 χρόνια ταξιδιών και περιπλανήσεων ο William Burroughs θα επιστρέψει στην Αμερική πίνοντας πολύ βότκα και διαβάζοντας σε μεγάλα ακροατήρια έχοντας συντροφιά του πολλές φορές διάσημους συγγραφείς όπως τον Tennessee Williams και τον Stephen King. Η τότε νέα rock σκηνή θα επηρεαστεί πολύ από αυτόν. Θα τον θαυμάσει και θα τον αγαπήσει. Οι Frank Zappa, David Bowie, Iggy Pop και Patti Smith τον επισκέπτονταν συχνά. Η Smith θα τον αποκαλέσει «παππού όλων μας». Ο Lee συνήθιζε να κάθεται στα café πίνοντας καπουτσίνο φορώντας το χαρακτηριστικό μπορσαλίνο του. Ο Lee δεν διαφήμισε και δεν προήγαγε πότε τα ναρκωτικά. Τα είχε δοκιμάσει σχεδόν όλα αλλά κι όλες τις θεραπείες στις πολλές προσπάθειες απεξάρτησης του. Πίστευε πως οι ναρκομανείς ήταν τα πρώτα θύματα μίας παγκόσμιας συνομωσίας υποδούλωσης των ανθρώπων μέσω της εξάρτησης. Πίστευε πως ναρκωτικό είναι όλες οι μορφές εξουσίας κι ίσως για αυτό να ανακυρήχθηκε ως «Literary Outlaw» από το βιογράφο του Tent Morgan.
Σε μία από τις τελευταίες καταχωρήσεις στο ημερολόγιο του αναφέρει :«Τίποτα. Μήτε αρκετή σοφία, εμπειρία – τίποτα. Μήτε Άγιο Δισκοπότηρο, μήτε Ύστατο Σατόρι, καμία τελική λύση. Μονάχα σύγκρουση. Το μόνο που μπορεί ν” ανακουφίσει τη σύγκρουση είναι η Αγάπη. Η Αγάπη. Τι να “ναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο. Αυτό είναι. Η Αγάπη».

Ειρήνη Μανδηλαρά.

«Ομαδικό Πορτρέτο με μία Κυρία» του Χάινριχ Μπελ

Gruppenbild mit Dame

«…Έπειτα έγινε ο βομβαρδισμός, κι ο κόσμος τρελάθηκε, ή κόντεψε να τρελαθεί· εγώ πήγα απέναντι, στο κελλάρι της ζυθοποιίας, και σκεφτόμουν, έρχεται το τέλος του κόσμου, έρχεται το τέλος του κόσμου, και σας το λέω ειλικρινά, παρόλο που είχα να πατήσω σε εκκλησία από δώδεκα χρονών, από το 1914, και ποτέ δεν συμπάθησα το παπαδαριό ούτε καν όταν οι ναζί τάσσονταν εκ πρώτης όψεως εναντίον τους· είχα φάει με το κουτάλι τόση διαλεκτική και τόση υλιστική ερμηνεία της ιστορίας —αν και οι περισσότεροι σύντροφοί μου με θεωρούσαν απλώς μια συμπαθητική, χαζή κοτούλα— τέλος πάντων, πιστέψτε με, τότε έκανα την προσευχή μου. Τίποτε άλλο. Τα θυμήθηκα όλα: το “Άβε Μαρία” και τα “Πάτερ Ημών”, ακόμα και το “Υπό τη σκέπη σου” — όλο προσευχόμουν. Ήταν η χειρότερη, η σφοδρότερη επιδρομή που είχαμε δει, και κράτησε ακριβώς έξι ώρες και σαράντα τέσσερα λεπτά, και καμιά φορά έτρεμε λίγο και το ταβάνι του υπογείου. ..»

Με αυτό το χειμαρρώδη, παραστατικό λόγο η Λένι Πφάιφερ το γένος Γκρούιτεν μας περιγράφει τον φοβερό βομβαρδισμό που έλαβε χώρα στις 2 Μαρτίου του 1945 στη Κολωνία. Ο συγγραφέας μπερδεύει στα δάχτυλα μας μία νεανική φωτογραφία της Λένι. Η καλοφτιαγμένη φιγούρα μίας ψηλής, ξανθής κοπέλας προβάλει μπροστά στο περίεργο βλέμμα μας. Είναι όμορφη με ίσια μαλλιά και μάτια σε χρώμα κάτι μεταξύ του σκούρου γαλανού και του μαύρου. Η ναζιστική στολή που φορά δεν είναι ικανή να κρύψει τη ζωντάνια και τη δροσιά της. Η Λένι δεν ξέρει τι σημαίνει να είσαι Εβραία ή Εβραίος και πόσο επικίνδυνο είναι αυτό. Συναναστρέφεται με μία Εβραία καλόγρια, ερωτεύεται ένα Ρώσο εργάτη, διαβάζει Ρίλκε και Κάφκα, τραγουδά στίχους του Χέλντερλιν, χορεύει, κρατά τον όρκο του να «είναι λάγνα και φτωχή» γλυκαίνοντας με λαγνεία την αθωότητα της. Όχι η Λένι δεν είναι «τσούλα». Είναι γοητευτική, ερωτική, αισθησιακή αλλά δεν υποκύπτει στα αλλεπάλληλα καλέσματα της σάρκας. Περιμένει τον πραγματικό έρωτα για να του προσφέρει μία κούπα γνήσιου καφέ.

Η Λένι επέζησε του Πολέμου και τώρα λίγο πριν τα 50 της χρόνια βιώνει στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του 1950 και του 1960 μία απλή, αντι-ηρωική ζωή έχοντας πίστη στον εαυτό της και στη προσωπικότητα της. Αμετανόητη, ευάλωτη προσπαθεί και τα καταφέρνει να ζει αρμονικά με φίλους κι εχθρούς. Η Λένι ακόμη κι όταν ο μπερδεμένος, μεταπολεμικός κόσμος τρίζει συθέμελα σέρνοντας με αλυσίδες τα σκοτεινά πολεομοιδεολογικά του βαρίδια, στέκει σαν ένα ζωντανό Άγαλμα της Ελευθερίας κρατώντας άσβεστο το δαυλό της ελπίδας, της άδολης αγάπης και της αλληλεγγύης.

Ο αινιγματικός, ανώνυμος αφηγητής-συγγραφέας, στη προσπάθεια του να (μας) γνωρίσει τη Λένι, συγκεντρώνει με πάθος διηγήσεις, συνεντεύξεις, μαρτυρίες όλων εκείνων των ετερόκλητων ανθρώπων που την γνώρισαν και την συναναστράφηκαν κι οποίοι βρίσκουν έτσι την ευκαιρία να μιλήσουν και για τη δική τους προσωπική ζωή και τα απωθημένα τους. Οι μαρτυρίες αυτές, σαν τα κομμάτια ενός παζλ, σχηματίζουν πάνω σε ένα ιστορικό κάδρο την αντισυμβατική φιγούρα της Λένι με φόντο τη τότε νέο-δημοκρατική Γερμανία και τα ασταθή βήματα της στην αγωνιζόμενη για αναγέννηση Ευρώπη. Από τη μία λοιπόν η απλή, «σχεδόν τέλεια» Λένι που δεν έχασε ποτέ τη δύναμη και την ανθρωπιά της κι από την άλλη ένας πολυπληθής θίασος, οι «συνήγοροι» κι οι «κατήγοροι» της. Βιομήχανοι αλλά κι εργάτες, καλόγριες αλλά και πόρνες, στρατιώτες, νοσοκόμες. Επιτυχημένοι, καιροσκόποι, αντιδραστικοί, συναισθηματικοί, νταήδες, φιλοτεχνούν με τρόπο περίτεχνο, λεπτομερή κι οξυδερκή το πορτρέτο μίας κυρίας και μίας χώρας σε κρίση. Με αφορμή τη Λένι με μία βαθιά πολιτική ματιά ο αφηγητής-συγγραφέας βιογραφεί με χειρουργική ακρίβεια πάμπολλους τύπους ανθρώπων και χαρακτήρων, τις συμπεριφορές τους, τις δυστυχίες τους, τις διαλυμένες ζωές τους μέσα αλλά κι έξω από τον Πόλεμο.

Ο Χάινριχ Μπελ ήταν γιος ενός επιπλοποιού που πολέμησε σε επτά μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου και του Ρωσικού, στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σπούδασε φιλολογία και μαθήτευσε σε βιβλιοπωλείο. Στα πρώτα του έργα περιγράφει την άθλια ζωή των στρατιωτών κατά την διάρκεια του πολέμου, ενώ στη συνέχεια η κριτική του στράφηκε στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της σύγχρονής του Γερμανίας. Ο Μπελ είναι ένας από τους δημοφιλέστερους Γερμανούς συγγραφείς και θεωρείται αυτός που εκφράζει αμεσότερα την μεταπολεμική γερμανική συνείδηση. Τιμήθηκε με τα βραβεία Μπύχνερ (1967) και Νόμπελ (1972). Το εκτενέστερο και γνωστότερο του έργο του είναι το «Ομαδικό Πορτρέτο με μία Κυρία». Γυρίστηκε ταινία το 1977 από τον Αλεξάντερ Πέτροβιτς και πρωταγωνίστρια τη Ρόμι Σνάϊντερ. Το Ομαδικό πορτρέτο είχε εκδοθεί, σε μετάφραση Γιάννη Λάμψα, από τις εκδόσεις Ζάρβανος το 1972, τη χρονιά που απονεμήθηκε στον Μπελ το βραβείο Νομπέλ. Τον Οκτώβριο του 2015 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Άλλα έργα του στα ελληνικά : -Μπιλιάρδο στις εννιάμιση : (Ζάρβανος, 1972)-Απόψεις ενός κλόουν : Γιάννης Λάμψας ως Ο Κλόουν (ΦΛΙΠΠΕΡ, 1973)-Γυναίκες σε τοπίο με ποτάμι (Γράμματα, 1987)-Όχι μόνο τα Χριστούγεννα – Η συλλογή σιωπής του δρα Μούρκε – Κάτι θα γίνει – -Πρωτευουσιάνικο ημερολόγιο – Ο απορριμματολόγος : Γ.Βελουδής (Πατάκης, 1996).

«Κανείς ποτέ δεν θα μάθει πόσα μυθιστορήματα, ποιήματα, αναλύσεις, εξομολογήσεις, βάσανα και χαρές έχουν συσσωρευτεί σε αυτήν την Ήπειρο που ονομάζεται Αγάπη μία και ποτέ δεν έχει αποδειχθεί πως έχει πλήρως διερευνηθεί». Χάινριχ Μπελ.

Ειρήνη Μανδηλαρά.