Monthly Archives: Οκτωβρίου 2015

Φραντς Κάφκα, «Η μεταμόρφωση». (1915 – 2015)

100 χρόνια φέτος (19/10) από την (ανα)γέννηση του Γκρέγκορ Σάμσα.

«Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Ήτανε ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που “μοιζε με πανοπλία κι όταν σήκωνε λιγάκι το κεφάλι του μπορούσε να δει την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του που “τανε χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και που μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματά του για να ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του…»

Γιατί ο Φραντς Κάφκα επέλεξε να δώσει στο έργο του ένα τίτλο που φανερώνει κάτι το οποίο έχει ήδη συντελεστεί; Ο αναγνώστης κανονικά θα έπρεπε να αναμένει διαβάζοντας με αγωνία, σελίδα με τη σελίδα, την όποια μεταμόρφωση ερχόταν στο άγνωστο του καταρχάς πρόσωπο και με έναν όχι τόσο σαφή τρόπο που θα ξετυλιγόταν αργά-αργά στη συνέχεια από το συγγραφέα. Εδώ τόσο η ταυτότητα του προσώπου όσο και το φρικαλέο αποτέλεσμα της μεταμόρφωσης του μας γίνονται γνωστά από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου . Πρωταγωνιστής της νουβέλας είναι ο Γκρέγκορ Σάμσα, ένας νεαρός που μένει μαζί με την χρεοκοπημένη οικογένειά του και εργάζεται ως πλασιέ υφασμάτων για να την στηρίξει οικονομικά. Ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ένα πρωί στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε ένα από τα πιο αντιπαθητικά και «σιχαμερά» πλάσματα του πλανήτη, σε μία κατσαρίδα.

Επιστημονικά η κατσαρίδα περιγράφεται πολύ πιο αναλυτικά από τις συνήθεις κραυγές ενός μέσου ανθρώπου στη θέα της : Η κατσαρίδα είναι βλαττοειδές έντομο κι ανήκει στα δικτυόπτερα. Υπάρχουν περί τα 3.500 είδη κατσαρίδας στο κόσμο τα 20 από αυτά στη πατρίδα μας. «Το σώμα κατά κανόνα έχει σχήμα οβάλ και είναι νωτοκοιλιακά πεπλατυσμένο.Τα στοματικά μόρια είναι μασητικού τύπου. Δεν δείχνουν εμπρός, αλλά προς τα κάτω και πίσω. Στο κεφάλι εκφύονται δυο μακριές νηματοειδείς κεραίες, οι οποίες αποτελούνται από πολλά άρθρα. Ξεπερνούν το μήκος του σώματος. Οι σύνθετοι οφθαλμοί κατά κανόνα είναι καλά αναπτυγμένοι. Το μεγάλο πρόνωτο έχει την μορφή δίσκου και σκεπάζει το κεφάλι. Οι ταρσοί των ποδιών είναι πενταμερείς. Επιτρέπουν γρήγορο τρέξιμο, μόνο σε μερικά είδη συναντούμε ειδίκευση των ποδιών στο σκάψιμο. Οι μπροστινές πτέρυγες είναι δερματοειδείς Οι οπίσθιες πτέρυγες είναι μεμβρανώδεις και στη βάση παρουσιάζουν στρογγυλή επέκταση προς τα πίσω Η νεύρωση είναι πρωτόγονη με επανειλημμένως κλαδωτές φλέβες επί μήκος και αρκετές εγκάρσιες φλέβες. Μερικά είδη είναι βραχύπτερα ή άπτερα.Η κοιλία αποτελείται από δέκα ουρομερή και καταλήγει σε ένα ζεύγος κερκιδίων{πηγή Wikipedia}),

«…Τι μου συνέβη; Συλλογίστηκε. Όνειρο, δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομμάτι πιο μικρή απ” το κανονικό, κειτόταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της… Γιατί να μην κοιμηθώ λιγάκι περισσότερο και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες, συλλογίστηκε αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος προς τα δεξιά και τώρα, στην κατάσταση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχισε να στρίψει προς το δεξί του πλευρό, δεν τα κατάφερε• ξανακυλούσε πάλι στ” ανάσκελα. Δοκίμασε τουλάχιστον εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τις αγωνιώδεις κινήσεις των ποδιών του και τα παράτησε μόνον όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν απροσδιόριστο πόνο, που ίσαμε τότε του ήταν άγνωστος….»

Ο αναγνώστης ανακαλύπτει με δέος πως τούτη η αλλόκοτη εντομομεταμόρφωση δεν είναι η μόνη στη νουβέλα του Κάφκα. Θα ακολουθήσουν κι άλλες μεταμορφώσεις το ίδιο ανέλπιστες και σοβαρές. Ο πατέρας Σάμσα, γέρος κι άνεργος, αναγκάζεται κι επιστρέφει στην εργασία (προσλαμβάνεται να φέρνει πρωινό σε κατώτερους τραπεζικούς υπαλλήλους) ειδικά τώρα που ο γιος του Γκρέγκορ δεν δύναται πλέον να υποστηρίξει την οικογένεια. Προσπαθεί μάλιστα ανεπιτυχώς να τον σκοτώσει, πετώντας στη ράχη του ένα μήλο! Η μητέρα Σάμσα (μοδίστρα στο επάγγελμα) δεν μπορεί να βρεθεί πλέον στο ίδιο δωμάτιο με το γιό της χωρίς να λιποθυμήσει. Κι η μέχρι πρότινος γλυκιά και συμπονετική αδελφή του Γκρέγκορ (εργάζεται ως υπάλληλος) μετατρέπεται σιγά-σιγά σε μοχθηρό επιστάτη του θέλοντας να τον εκδιώξει από το σπίτι. Όλοι απλώς επαναπροσδιορίζουν το ρόλο τους σύμφωνα με τις νέες, έκτακτες ανάγκες, αρνούμενοι γεμάτοι ντροπή τη νέα κατάσταση, τη θεόσταλτη αυτή κατάρα και τιμωρία.

«Πρέπει απλώς να απαλλαγείς από την ψευδαίσθηση πως αυτό το πράγμα είναι ο Γκρέγκορ. Τόσο καιρό αυτό πιστεύαμε, να ποια είναι τελικά η δυστυχία μας … Αν ήταν πραγματικά αυτός, θα είχε από καιρό καταλάβει πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν με ένα τέτοιο θηρίο και θα είχε φύγει από μόνος του»

Τα μέλη της οικογένειας Σάμσα δεν δίνουν ουσιαστικά δεκάρα για το λόγο ή τους λόγους που συνέβηκε αυτό στο Γκρέγκορ, που τον μετέτρεψε σε τούτο το αποτρόπαιο ον, σε τούτο το τέρας. Η αποτυχία, η αποξένωση κι η μοναξιά του Γκρέγκορ ορθόνωνται σαν άγρια, απάτητα βουνά γύρω του συναρμολογώντας αργά-αργά το ψυχοσωματικό φέρετρο του. Η παραδουλεύτρα του σπιτιού τον βρίσκει πεθαμένο. λυγισμένο από την ασιτία. Η οικογένεια δέχεται το θάνατο του με ανακούφιση. Επιτέλους τώρα μπορούν να ξεχάσουν, μπορούν να μην ξαναμιλήσουν ποτέ για το αναπάντεχο αυτό κακό που τους βρήκε.

Η «Μεταμόρφωση» απέχει μακράν από το να είναι μία ακόμη ιστορία τρόμου, που μας περιγράφει τη ζωή ενός ατυχούς ανθρώπου που μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο κι αποκρουστικό παρασιτικό έντομο. Πρόκειται για μια αλληγορία συστηματικής φθοράς και καταστροφής ενός ευαίσθητου ατόμου που έρχεται αντιμέτωπο με τη βία, την αποξένωση και τη προδοσία όχι μόνο της κοινωνίας αλλά και των καταδικών του ανθρώπων. Το να είσαι εκλεπτυσμένος κι ευγενικός δίχως να είσαι χρήσιμος στην οικογένεια σου και κατ’ επέκταση στον υπόλοιπο κόσμο πολλές φορές δεν γίνεται ανεκτό από κανέναν. Ο ευαίσθητος, «κατώτερος» των γενικότερης αποδοχής περιστάσεων περιφρονείται, απομονώνεται κι αντιμετωπίζεται σαν ένα μίασμα από το οποίο οι πάντες θέλουν να απαλλαγούν. Μηδενική λοιπόν ανοχή στη διαφορετικότητα και σε ότι τολμά και ξεφεύγει από τη παράδοση και τα καθιερωμένα.

Ο Κάφκα, που έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος, στην αισθητά αυτοβιογραφική «Μεταμόρφωση» του, χύνοντας μέσω της πένας του μία γερή δόση σουρεαλισμού στη διαχρονικά σκληρή πραγματικότητα, μας προτρέπει να εξερευνήσουμε τη σύγχυση και την αναταραχή που έζησε στο τότε σύγχρονο κι ανεξέλεγκτο κόσμο του σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Ο Φραντς, ο οποίος από μικρή ηλικία εξέφρασε τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες του και την περιφρόνησή του για τον υλισμό του πατέρα του, φέρεται ακόμη και να ξυλοκοπήθηκε (!!!) όταν θεωρήθηκε ανάξιος των προσδοκιών της οικογενείας του και των επιχειρήσεων της. Ο Φραντς μεγάλωσε κι ανδρειώθηκε σε ένα συχνά άδειο σπίτι, παραμελημένος κι απογοητευμένος, αντιμετωπίζοντας μία διαρκή ψυχολογική διαταραχή, με την οποία εμπότισε τελικώς τα έργα του. Πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 41 ετών στα 1924 κι η λογοτεχνική επιρροή του που άρχισε λίγο μετά το θάνατο του συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Αλμπέρ Καμύ, ο Σάμιουελ Μπέκετ, οι Πίντερ και Χάρολντ είναι μερικοί από τους λογοτεχνικούς τιτάνες του 20ου αιώνα που επηρεάστηκαν από το έργο του.

Τελειώνοντας να παραθέσω ένα μικρό, τραγελαφικό απόσπασμα-απόφθεγμα από τη «Δίκη» που θεωρώ πως θα ταίριαζε απόλυτα και στη «Μεταμόρφωση» : «Ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει τη δική του άποψη, αρκεί να συμφωνεί με τη δική μου.»…

Ειρήνη Μανδηλαρά.

καφκα μεταμορφωση

Λεονάρδο Παδούρα – «Αιρετικοί» -εκδ.Καστανιώτη.

Ο εξαιρετικός και πολυμεταφρασμένος Κουβανός συγγραφέας Λεονάρντο Παδούρα μετά το αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» επανέρχεται με το νέο στα ελληνικά εξίσου ογκώδες και χαρισματικό του πόνημα «Αιρετικοί».
Θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε πως οι «Αιρετικοί» είναι τρία μυθιστορήματα με φαινομενικά πολύ χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους.
Αφηγηματικά και χρονικά χωρίζονται σε τρεις ενότητες που εναλλάσσονται ευρηματικά με τα κεφάλαια του βιβλίου.
Στα μέσα του 17ου αιώνα, ένας νεαρός Εβραίος, ο Ελίας Αμπρόσιους Μοντάλμπο ντε Άβιλα που ζει στο Άμστερνταμ παίρνει την απόφαση να μαθητεύσει δίπλα στο μεγάλο «Δάσκαλο» Ρέμπραντ, αψηφώντας όλους τους κανόνες και τους νόμους της θρησκείας και της κοινότητάς του και ρισκάροντας τη ζωή του για το μεγάλο του πάθος: τη ζωγραφική.
Το 1939, το πλοίο SS Σεντ Λούις, με πάνω από εννιακόσιους Εβραίους που προσπαθούν να διαφύγουν από τη ναζιστική Γερμανία, ψάχνει ματαίως ένα λιμάνι της Αμερικανικής Ηπείρου να το δεχθεί. Τελικά, μετά την άρνηση όλων των χωρών στις οποίες απευθύνθηκε, το πλοίο επιστρέφει στην Ευρώπη, οδηγώντας τους περισσότερους από τους διωκόμενους στον θάνατο.
Το 2007, στη σύγχρονη Αβάνα, ο πρώην αστυνομικός Μάριο Κόντε αρχίζει μια αναζήτηση που θα τον φέρει σε επαφή με τις αστικές φυλές των νέων της σημερινής Κούβας, έναν κόσμο εντελώς άγνωστο σε αυτόν, τον οποίο προσπαθεί να καταλάβει. Τι συνδέει όλες αυτές τις ιστορίες, όλες αυτές τις εποχές, όλους αυτούς τους τόπους;
Οι πρωταγωνιστές κι οι συμπρωταγωνιστές της ιστορίας είναι αρκετοί, σύγχρονοι και παρελθοντικοί, αλλά αρχικά ξεχωρίζουμε ανάμεσα τους τον Ντανιέλ Καμίνσκι και την ιδιαίτερη, περιπετειώδη ζωή του, τη γεμάτη από τα επίπονα σημάδια μίας βαριάς μοίρας.
Ο Ντανιέλ ξεκινά μικρός από τη Κρακοβία και φθάνει στην Αβάνα όπου συγκατοικεί
με το θείο του Γιόζεφ που τον αγαπά, τον νουθετεί και τον προστατεύει.
Ο Ντανιέλ ζει, μεγαλώνει κι ανδρειώνεται στην ανοικτή κι ελεύθερη Αβάνα όπου στους πολύβουους δρόμους της αλλά και στη κοινωνία της συνυπάρχουν από τη μία
η διαφθορά, το μίσος, η βαναυσότητα, ο αριβισμός κι από την άλλη το κέφι, η γενναιοδωρία και η αλαφράδα των Κουβανών. Κάτω από μεγάλες πολιτικοοικονομικές δυσκολίες και σε κλίμα φόβου ο Ντανιέλ έχοντας κάνει τη δική του οικογένεια, αφήνει πίσω τη Κούβα του διεφθαρμένου Μπατίστα και μεταναστεύει στο Μαιάμι των ΗΠΑ παίρνοντας μαζί του το μεγάλο του μυστικό αλλά και τις μεγάλες αμφιβολίες του για έναν πίνακα του Ρέμπραντ( η προσωπογραφία ενός νεαρού Εβραίου από τον 17ο αιώνα), που κατείχαν οι γονείς του και που δεν κατάφερε τελικά να σώσει τις ζωές τους. Αμερικανός πολίτης ο γιος του Ντανιέλ, ο Ελίας, ζωγράφος στην ιδιότητα, έρχεται μετά από αρκετά χρόνια στη Κούβα, όπου με τη βοήθεια του πρώην αστυνομικού Μάριο Κόντε προσπαθεί αφενός να ανακαλύψει το χαμένο πίνακα του Ρέμπραντ αλλά κι αφετέρου το αν είναι ή όχι ο πατέρας του δολοφόνος. Παράλληλα ο Κόντε ερευνά και την εξαφάνιση της Ιουδήθ/Τζούντι Τόρες, της δεκαεπτάχρονης ανιψιάς του Ελίας. Ο Κόντε πρέπει να μπει βαθιά στη σύγχρονη νεολαιίστικη αντίληψη και να τη κατανοήσει, για να συμπεράνει με ασφάλεια το τι συνέβη στη «emo» (νέοι άνθρωποι που δεν θέλουν να έχουν σχέση με τον κόσμο και ορίζονται ως μηδενιστές και καταθλιπτικοί) Τζούντι. Πρόκειται για απαγωγή; Για αυτοκτονία; Ή για εθελούσια φυγή της νεαρής κοπέλας που, όπως αργότερα αποδεικνύεται, ποτέ της δεν ακολούθησε το συρμό και τους «μεσσίες», γινόμενη ουσιαστικά μία φιλόσοφος, μία αιρετική της εποχής της. Τα δύο μεγάλα μυστήρια της ιστορίας αλλά κι οι τρεις «αιρετικοί» της με τα αλληλένδετα πεπρωμένα τους έχουν γίνει ένα προσωπικό στοίχημα για τον Κόντε, ο οποίος επιστρατεύοντας τη φαντασία του, τη πίστη του και τη διαίσθηση του καταφέρνει τελικά να τα εξηγήσει και να τα ενώσει σαν τα χαμένα κομμάτια ενός μεγάλου, κοσμοιστορικού παζλ.

http://books.gr/catalog/product/view/id/186626/

Ειρήνη Μανδηλαρά.

αιρετικοι

Οκτώβριος 2015. 119 χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Καρυωτάκη.Δύο λόγια.

Η ανθρώπινη ιστορία έτσι όπως γράφεται μέσα στους αιώνες της είναι γεμάτη από εναλλάξ συσπειρώσεις κι εκτινάξεις. Το αργό βήμα το διαδέχεται στη κατάλληλη στιγμή ένα γρηγορότερο και μετά, πολλές φορές αναπάντεχα, ένα σοβαρό ή κι αδιάφορο τρεχαλητό.
Είκοσι χρόνια πριν την ανατολή του εικοστού αιώνα τα πράγματα άρχισαν να μυρίζουν μπαρούτι. Ο κόσμος που σχεδόν είχε μείνει στάσιμος για αρκετούς αιώνες τάχυνε το βηματισμό του και γέμισε το νέο αιώνα με μικρές και μεγάλες επετείους πολυθεματικών επαναστάσεων.
Δεν ήταν μόνο το τηλέφωνο, η ηλεκτρική λάμπα, ο φωνόγραφος, ο κινηματογράφος και το αυτοκίνητο που όρμησαν κι άλλαξαν εκ βάθρων τη καθημερινή ζωή των ανθρώπων αλλά κι οι βαθιές τομές στη τέχνη και τη πολιτική. Οι «Λουόμενοι» του Σεζάν και «Οι δεσποινίδες της Αβινιόν» του Πικάσσο έφεραν τα πάνω κάτω στη ζωγραφική. Ο Σένμπεργκ αμφισβητεί το μουσικό κώδικα με το «Πηλέα και Μελισσάνθη» του. Στη ποίηση ο Λαφόργκ κι ο Ανρί Ζεμ υποκύπτουν στη νωθρότητα της καθημερινής ζωής προβάλλοντας συγχρόνως μία μεταφυσική κι ειρωνική χαλαρότητα.
Οι ταξικές διαφορές οξύνθηκαν εξαιτίας των τιμών του άνθρακα και των φθηνών εργατικών χεριών. Η αστική τάξη υιοθέτησε εξεζητημένες κι εκκεντρικές συμπεριφορές. Οι μεταφορές των αστών χωρίστηκαν σε θέσεις. Τα επαγγελματικά δείπνα γινόντουσαν πλέον σε πανάκριβα εστιατόρια. Και στο Παρίσι σε ετήσια βάση γινόντουσαν γκαλά υψηλής ραπτικής.
Η Αθήνα του 1907 είχε 167.000 κατοίκους. Στο κέντρο της δέσποζαν τα μέγαρα και τα δημόσια κτίρια. Στις γειτονιές της νοικοκυρές και μαγαζάτορες κατάβρεχαν με τα λάστιχα τους χωματόδρομους για να μην τους πνίξει η σκόνη.
Σαν τελείωσε ο Μεγάλος Πόλεμος, που έβαλε τον κόσμο σε μία τεράστια κι οδυνηρή δοκιμασία, εκεί κάπου στα 1920 όλη αυτή η εποχή της αμφισβήτησης, της επανάστασης και των ανατροπών ονομάστηκε Μπελ Εποκ, δηλαδή η Ωραία και Χρυσή Εποχή. Καταμεσής της χρυσής αυτής εποχής, το 1896 στη Τρίπολη γεννήθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης.

Ο Καρυωτάκης ανατράφηκε με αυστηρές αρχές που επηρέασαν αρνητικά τον υπερευαίσθητο ψυχισμό του. Ήταν τόσο χλωμός, αδύνατος κι ασθενικός που οι συνομήλικοι του τον φώναζαν «γέρο» και δεν τον έπαιζαν στα παιχνίδια τους. Οι δάσκαλοι του έλεγαν πως ήταν παιδί όχι μίας ιδιαίτερης ευφυίας. Η φύση του αλλά κι η συνειδητοποίηση πως υστερούσε σωματικά, τον έκαναν φιλόδοξο σχεδόν εγωιστή, με μία τεράστια επιθυμία να καταξιωθεί στα μάτια των άλλων με τη ψυχική και τη πνευματική του ανωτερότητα. Ωστόσο πολλές φορές νοστάλγησε κι ύμνησε μέσα από τα ποιήματα του την αγνότητα και τη καλοσύνη των παιδικών του χρόνων.
Από το 1914 έως το 1917 φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών από όπου και παίρνει το πτυχίο του με «λίαν καλώς». Δευτεροετής της Νομικής άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα του σε περιοδικά αλλά και στην εφημερίδα «Ακρόπολη». Το 1919 επιστρατεύτηκε αλλά πήρε αναβολή για λόγους υγείας. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε κι η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων» αποτελούμενη από δέκα ποιήματα. Βασικό χαρακτηριστικό της συλλογής αυτής ήταν πως κάθε ποίημα της συνοδευόταν από μία επιγραφή κάτω από τον τίτλο του.

«ΘΑΝΑΤΟΙ

Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ τὴν κακὴν ὥρα
τὴν ἔχουν μέσα τους.

Χεράκια ποὺ κρατώντας τὰ τριαντάφυλλα
κι ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ζεστὰ τῶν φιλημάτων,
χεράκια ποὺ κρατώντας τὰ τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τὶς πόρτες τῶν θανάτων·

ματάκια μου ποὺ κάτι τὸ ἐδιψάσατε
καὶ διψασμένα ἐμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου ποὺ κάτι τὸ ἐδιψάσατε
κι ἐμείνατε κλεισμένα παραθύρια·

ὤ, πού ῾χατε πολλὰ νὰ εἰπεῖτε, στόματα,
κι ὁ λόγος σας ἐδιάλεξε γιὰ τάφο,
ὤ, πού ῾χατε πολλὰ νὰ εἰπεῖτε, στόματα,
καὶ τὸν καημὸ δὲν εἴπατε ποὺ γράφω·

μάτια, χεράκια, στόματα, ἱστορῆστε μου
τὸν πόνο κάποιας ὥρας, κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόματα, ἱστορῆστε μου
τὸν Πόνο τῶν Πραγμάτων καὶ τοῦ Ἀνθρώπου.»

Στην Αθήνα του Παλαμά, του Βάρναλη και του Σικελιανού η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη πέρασε απαρατήρητη.

Επτά μήνες μετά την έκδοση της συλλογής του, το Σεπτέμβριο του 1919 γίνεται συνεκδότης μίας σατυρικής επιθεώρησης που θα ονομαστεί «Η Γάμπα».

«…Εις την γάμπαν που ’ναι τόσον/σ’ όλους μας προκλητικιά/έναν ύμνο να συνθέσω,/μ’ όλα μου τα γηρατειά./ Καλώς μάς πρόβαλες, λοιπόν/,που ’ρθες με τα σωστά σου,/υπεραρτία, ευτραφής/και μ’ όλα τ’ απαυτά σου·..».

Το 1921 διορισμένος πλέον στη Νομαρχία, στη προσπάθεια του να απαλλαχθεί από τη κατάθλιψη που του έχει δημιουργήσει η ρουτίνα της υπαλληλικής ζωής, παραδίδεται στη μποέμικη ζωή κι εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Τα Νηπενθή» Τα νηπενθή είναι τα αλεξίπενθα, αυτά που διώχνουν το πόνο.

«ΠΟΙΗΤΕΣ
Πῶς σβήνετε, πικροὶ ξενιτεμένοι!
Ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν…

Εἰδυλλιακὲς οἱ νύχτες σᾶς σκεπάζουν,
κι ἢ καλωσύνη ἂν χύνεται τῶν ἄστρων,
ταπεινοὶ καθὼς εἶστε, δὲ σᾶς φτάνει.
Ὁλοῦθε πνέει, σὰ λίβας, τῶν ἀνθρώπων
ἡ τόση μοχθηρία καὶ σᾶς μαραίνει,
ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν.»

«ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ
Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω…»

Επηρεασμένος βαθύτατα από το Μπωντλαίρ κι από τον Πόε που υπεργαπά, σε αυτή τη δεύτερη ποιητική του συλλογή ο Καρυωτάκης ταυτίζει τη θλίψη και το πόνο φανερώνοντας μέσω των στίχων του τη συνθλιπτική και μελαγχολική εσωτερική του πραγματικότητα.

Τον Ιανουάριο του 1922 ο Καρυωτάκης έχοντας ήδη εκδώσει τις δύο ποιητικές του συλλογές συναντά στη Νομαρχία Αθηνών μία εικοσάχρονη, εντυπωσιακή κοπέλα, τη Μαρία Πολυδούρη. Ευαίσθητη και συγχρόνως δυναμική, τρυφερή μα και χειραφετημένη τον έλκει αμέσως με την ιδιόρρυθμη, «ελευθεριάζουσα» συμπεριφορά της. Φοιτήτρια της Νομικής είναι από τις δεσποινίδες που τολμά να κυκλοφορεί ασυνόδευτη τις νύχτες στους δρόμους ή με τη συντροφιά των συναδέλφων της. Και τα δύο απαγορευόντουσαν ρητά την εποχή εκείνη. Η Πολυδούρη μαζί με κάτι άλλες «περίεργες» γυναίκες είχε στείλει επιστολή στο Πρόεδρο της Βουλής ζητώντας την παροχή ψήφου στις γυναίκες αναστατώνοντας τα καθώς πρέπει «σπιτικά» των οικείων της. Η έλξη μεταξύ τους ήταν αμοιβαία και δυνατή. Ο έρωτας της Μαρίας κεραυνοβόλος.

«Τον αγαπώ, τον αγαπώ, καμιά αμφιβολία πιά! Απελπισμένε μου ποιητή θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν” αγαπήσω, όσο σου πρέπει;» θα γράψει πέντε μήνες αργότερα το Μάιο του 1922.

Αργότερα η Πολυδούρη σε μία σπαρακτική επιστολή στον Καρυωτάκη θα ικετεύσει «..Άκουσέ με, Τάκη μου, με την ήρεμη προσοχή που θ” άκουες ένα φίλο σου, έναν δικό σου. Δεν έχω απέναντι σου τις ψεύτικες ντροπές, τις μικρές δειλίες, τους απάνθρωπους εγωισμούς μια κοινής ερωμένης. Είμαι η φίλη σου, με τη συνείδηση πως είμαι η μοναδική σου φίλη. Δεν είναι λόγια στιγμιαίας έξαψης όσα θα σου ειπώ, πίστεψέ με .Έλα, Τάκη, να ζήσουμε μαζί… να ιδείς πόσο γλυκιά, πόσο ανακουφιστική θα “μαι σε σένα. Δεν είναι δύσκολο, μα καθόλου δύσκολο. Ξέρω όλα τα εμπόδια, όλες τις συνέπειες. Είμαστε φτωχοί και οι δυο, αλλά τι μ” αυτό; Μήπως τώρα που είμαστε χωριστά δεν είμαστε φτωχοί και χωρίς καμιά ελπίδα να γίνουμε πλούσιοι; Δύο δωμάτια μας φτάνουν. Θα εργάζομαι κι εγώ, όχι βέβαια όπως τώρα στη Νομαρχία και στη θέση αυτή…»

Σε έναν περίπατό τους στο Φάληρο, ο Καρυωτάκης θα της ζητήσει να χωρίσουν, επικαλούμενος ότι πάσχει από σύφιλη και δεν έχει το δικαίωμα να παντρευτεί καμιά γυναίκα. Της προτείνει να συνεχίσουν την φιλία τους και την διαβεβαιώνει ότι δεν θα πάψει να την αγαπά. Η Πολυδούρη θα αισθανθεί μειωμένη, ταπεινωμένη και θα γράψει πολύ αργότερα τους παρακάτω στίχους :

«Ἦρθα μία μέρα, ὁδηγημένη ἀπ᾿ τὴν ἱερή σου
ἀγάπη, ἐμπρὸς στὸ κύμα τὸ γλαυκὸ
καὶ μ᾿ ἄφησες τότε νὰ ἰδῶ τὴ φλογερή σου
πληγὴ στὸ στῆθος σου τὸ νεανικό.

Τότε μου μίλαες μὲ τὴν ἥσυχη φωνή σου
γιὰ τὴ ζωή σου, ἀτέλειωτο κακὸ
κι᾿ ὡς ἔνοιωθες βαθιὰ πὼς φτάνω ὡς τὴν ψυχή σου,
ἀνάβρυζε τὸ δάκρι σου γλυκό.

Κ᾿ ἦταν χαρᾶς χαρὰ νὰ κλαῖμε τραγουδώντας
στὴν ἴδια λύρα, μάντεμα πικρὸ
τὴ μοναξιά μας καὶ σάμπως λησμονώντας,

Μὲ τί χαρὰ τὸ μέτωπό σου νὰ ραντίσω
μὲ τὸν πικρὸ τῆς θάλασσας ἀφρό,
πέρα τὰ κύματα ἔτρεχα νὰ προϋπαντήσω.»
(«Τρίλλιες που σβήνουν» 1928)

Η Μαρία δεν θα τον πιστέψει, θεωρεί πως είναι πρόσχημα η αρρώστια, σταδιακά θα αποξενωθούν. Το 1924 μπήκε στη ζωή της ένας δικηγόρος νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925 όμως δεν κατάφερε να την βγάλει από την αυτοκαταστροφική πορεία στην οποία είχε γραπωθεί. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες, εγκατέλειψε τη Νομική και φοίτησε στη Δραματική Σχολή Κουναλάκη, έπαιξε σε μία θεατρική παράσταση και μετά διέλυσε τον αρραβώνα της, κι έφυγε για το Παρίσι να σπουδάσει ραπτική. Εκεί θα προσβληθεί από φυματίωση, θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα πεθάνει σε κλινική της Αθήνας τον Απρίλιο του 1930.

Στα τέλη του 1927 ο Καρυωτάκης θα εκδώσει τη τρίτη ποιητική του συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες».

«ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ…
Τί νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ, στὸ ἔρμο νησί, στὸ χεῖλος
τοῦ κόσμου, δῶθε ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο καὶ κεῖθε ἀπ᾿ τὴ γῆ!
Ὅταν ἀπομακρύνθηκεν ὁ τελευταῖος μας φίλος,
ᾔρθαμε ἀγάλι σέρνοντας τὴν αἰώνια πληγή….

νέοι, καὶ μᾶς ἄφησεν ἐδῶ, μιὰ νύχτα, σ᾿ ἕνα βράχο,
τὸ πλοῖο ποὺ τώρα χάνεται στοῦ ἀπείρου τὴν καρδιά,
χάνεται καὶ ρωτιόμαστε τί νά ῾χουμε, τί νά ῾χω,
ποὺ σβήνουμε ὅλοι, φεύγουμ᾿ ἔτσι νέοι, σχεδὸν παιδιά!»

«ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ…
Φύγε κι ἄσε με μοναχό, ποὺ βλέπω νὰ πληθαίνει
ἀπάνω ἡ νύχτα, καὶ βαθιὰ νὰ γίνονται τὰ χάη.
Οὔτε τοῦ πόνου ἡ θύμηση σὲ λίγο πιὰ δὲ μένει,
κι εἶμαι ἄνθος ποὺ φυλλοροεῖ στὸ χέρι σου καὶ πάει

Φύγε καθὼς τὰ χρόνια κεῖνα ἐφύγανε, ποὺ μόνον
μιὰ λέξη σου ἦταν, στὴ ζωή, γιὰ μένα σὰν παιάνας.
Τώρα τὰ χείλη μου διψοῦν τὸ φίλημα τῆς μάνας,
τῆς μάνας γῆς, καὶ ἀνοίγοντας στὸ γέλιο τῶν αἰώνων

Φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ τὴν ἄπειρη γαλήνη!
Ταράζει καὶ ἡ ἀνάσα σου τὰ μαῦρα της Στυγὸς
νερά, ποὺ μὲ πηγαίνουν, ὅπως εἶμαι ναυαγός,
ἐκεῖ, στὸ ἀπόλυτο Μηδέν, στὴν Ἀπεραντοσύνη.»

Στη τελευταία αυτή συλλογή του Καρυωτάκη βλέπουμε τη μετάβαση του λυρικού ποιητή από το ρομαντισμό στο ρεαλισμό. Το λέει άλλωστε ξεκάθαρα ο τίτλος που διάλεξε για τη συλλογή αυτή. Ειρωνικός, σαρκαστικός, αγανακτισμένος εκφράζει πλέον ανοικτά τα εσωτερικά του αδιέξοδα. Την έλλειψη της χαράς και της όποιας ελπίδας για τη ζωή αλλά και τη διαμαρτυρία του για το κοινωνικό κι εργασιακό του αδιέξοδο.

«ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ
Οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λιώνουν καὶ τελειώνουν
σὰν στῆλες δυὸ δυὸ μὲς στὰ γραφεῖα.
(Ἠλεκτρολόγοι θά ῾ναι ἡ Πολιτεία
κι ὁ Θάνατος, ποὺ τοὺς ἀνανεώνουν.)

Κάθονται στὶς καρέκλες, μουτζουρώνουν
ἀθῷα λευκὰ χαρτιά, χωρὶς αἰτία.
«Σὺν τῇ παρούσῃ ἀλληλογραφίᾳ
ἔχομεν τὴν τιμήν» διαβεβαιώνουν…»

Ήταν κι εκείνη η χρόνια αρρώστια που τον κατέτρωγε. Το αντίτιμο των ηδονών του, το σκληρότατο δώρο χαρισμένο από τις «αγορασμένες φίλες».

«ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ
Ἦταν ὡραῖα σύνολα τὰ ἐπιστημονικὰ
βιβλία, οἱ αἱματόχαρες εἰκόνες τους, ἡ φίλη
ποὺ ἀμφίβολα κοιτάζοντας ἐγέλα μυστικά,
ὡραῖο κι ὅ,τι μᾶς ἐδίναν τὰ φευγαλέα της χείλη…

…Κι ἦταν ὡραία ὡς σύνολο ἡ ἀγορασμένη φίλη,
στὸ δείλι αὐτὸ τοῦ μακρινοῦ πέρα χειμῶνος, ὅταν,
γελώντας αἰνιγματικά, μᾶς ἔδινε τὰ χείλη
κι ἔβλεπε τὸ ἐνδεχόμενο, τὴν ἄβυσσο ποὺ ἐρχόταν.»

Στις 20 Ιουνίου του 1928 ο Καρυωτάκης μετατίθεται δυσμενώς στη Πρέβεζα όπου δεν θα μείνει παρά μονάχα ένα περίπου μήνα, μέχρι να φύγει για το μεγάλο, αιώνιο ταξίδι του με μία σφαίρα στη καρδιά. Τη 1η Ιουλίου θα στείλει στον εξάδελφο του ένα ποίημα με το τίτλο «Επαρχία». Στο δικό του αντίγραφο του ποιήματος αλλάζει το τίτλο σε

«Πρέβεζα».
«Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ” ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ” ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.»

Δεν ήταν η Πρέβεζα όμως, ούτε γενικότερα η ζωή στην επαρχία που οδήγησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία. Ακόμη και σήμερα οι λόγοι της αυτοκτονίας του παραμένουν μυστηριώδεις και προσπαθούν να ερμηνευθούν μέσω της αποχαιρετιστήριας επιστολής του :

«…Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό….
…Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ’ αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος….»

Ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Κώστας Καρυωτάκης είναι ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Η ποίηση του δεν έχει αισθηματικά στοιχεία κι είναι αντιηρωική και αντιιδανική αποπνέοντας πολλές φορές το μάταιο και το χαμένο. Επηρέασε πολλούς από τους μετέπειτα ποιητές όπως ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, κι ο Βρεττάκος ενώ με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης. Τα ποιήματα του έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες.

-ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ: ΑΠΑΝΤΑ (εκδ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ)
-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
«Αγάπησα έναν ποιητή κι όχι ήρωα» (Αλεξάνδρα Κωστάκη-Μέξη)
-ΒΡΕΧΕΙ ΦΩΣ (Κωστής Γκιμοσούλης, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ)
-ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (εκδ. ΕΣΤΙΑ)

Ειρήνη Μανδηλαρά

καρυωτακης