Category Archives: Βλακεία

12. Μια γλαύκα, μα ποια γλαύκα… (ή, Άλλα τα μάτια του μπούφου κι άλλα της κουκουβάγιας)

Όπως έχω γράψει και σε προηγούμενο άρθρο, το τι μπορεί να χαρακτηριστεί «βλακεία» και τι «ευφυές» είναι πολλές φορές εντελώς σχετικό. Συχνά δε, ο χαρακτηρισμός αυτός ενδέχεται να μεταβάλλεται ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο. Πέρα από τη σφαίρα των ιδεών, το φαινόμενο αυτό μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο επίπεδο του συμβολισμού. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της κουκουβάγιας.

Η Αθηνά κρατά μια περικεφαλαία και ένα δόρυ, ενώ δίπλα της πετά μια κουκουβάγια (περ. 490–480 πΧ). The Metropolitan Museum of Art. (Πηγή: Wikimedia)

Όπως λίγο-πολύ γνωρίζουμε όλοι, στην αρχαία Ελληνική μυθολογία η Αθηνά  ήταν η θεά της σοφίας. Σύμβολό της (αλλά και μια μεταμόρφωσή της, σύμφωνα με ορισμένους) ήταν η κουκουβάγια ή  γλαύξ (αιτ. γλαῦκα) στα αρχαία ελληνικά. Η Αθηνά αναφέρεται συχνά από τον Όμηρο ως Γλαυκώπις, δηλ. γαλανομάτα / αυτή η οποία έχει σπινθηροβόλο βλέμμα. Η κουκουβάγια διαθέτει σπινθηροβόλο βλέμμα, καθώς επίσης και την ικανότητα να βλέπει στο σκοτάδι (δηλ. αυτά που οι άλλοι δε μπορούν – την αθέατη πλευρά των πραγμάτων). Γι΄αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες την επέλεξαν ως σύμβολο της σοφίας, ενώ οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κοσμεί τη μία πλευρά των νομισμάτων τους (στην άλλη πλευρά ήταν η προτομή της Αθηνάς) από τον 6ο αιώνα πΧ και για τα επόμενα 400 χρόνια. Τα νομίσματα με την κουκουβάγια έμειναν γνωστά στην ιστορία ως «Αθηναϊκές Γλαύκες», έθεσαν τους βασικούς κανόνες της νομισματοκοπίας και αποτέλεσαν τη βάση των συναλλαγών σε ολόκληρο τον τότε κόσμο (κάτι δηλ. σαν το δολάριο της αρχαιότητας). Πολλούς αιώνες αργότερα, η γλαύκα εμφανίστηκε και πάλι στη μια όψη της σύγχρονης δραχμής, και μετέπειτα στο ελληνικό νόμισμα του 1 ευρώ.

Ασημένιο Αθηναϊκό τετράδραχμο, περ. 480–420 πΧ. (Πηγή: Wikimedia)

Όμως δεν συμμερίζεται όλος ο πλανήτης τον ενθουσιασμό των αρχαίων Ελλήνων για την κουκουβάγια. Σε αρκετές χώρες της Άπω Ανατολής η κουκουβάγια θεωρείται σύμβολο της βλακείας. Η Ολλανδική λέξη «uilskuiken» («νεοσσός κουκουβάγιας») χρησιμοποιείται ως προσβλητικός χαρακτηρισμός, συνώνυμος του βλάκα, ενώ υπάρχει κι ένα Ολλανδικό ρητό το οποίο λέει «τι χρησιμότητα έχουν ένα κερί και τα γυαλιά, αν η κουκουβάγια αρνείται να δει;»

Κατά το  Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι κουκουβάγιες θεωρούνταν χαζές και ενίοτε διαβολικές βοηθοί των μαγισσών (επειδή προτιμούν το σκοτάδι από το φως) και αναπαρίστανται σε πολλούς πίνακες του Hieronymus Bosch ως σύμβολα της βλακείας ή/και του κακού. 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα με τίτλο The Garden of Earthly Delights του Hieronymus Bosch (μετ. 1490 – 1510)

Το χειρόγραφο ζωολόγιο του Aberdeen (Aberdeen Bestiary) του 12ου αιώνα, αναφέρει σχετικά με την κουκουβάγια: «Η κουκουβάγια συμβολίζει όλους αυτούς που έχουν παραδοθεί στο σκοτάδι της αμαρτίας και αυτούς που φεύγουν μακριά από το φως της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως ένα από τα ακάθαρτα πλάσματα στο Λευιτικό. Κατά συνέπεια, μπορούμε θεωρήσουμε ότι η κουκουβάγια συμβολίζει κάθε είδους αμαρτωλό.» (και συνεχίζει με διάφορα άλλα ωραία κι ενδιαφέροντα…)

Η σελίδα από το ζωολόγιο του Aberdeen για την κουκουβάγια.

Το έργο «Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» (μετ. 1797-1799) του Ισπανού ζωγράφου και χαράκτη Francisco Goya (1746 – 1828), αναπαριστά τον ίδιο να ακουμπάει το κεφάλι του σε ένα τραπέζι, καθώς κουκουβάγιες και νυχτερίδες τον περικυκλώνουν ενώ καλύπτει το κεφάλι με τα χέρια του. Τον 18ο αιώνα στην Ισπανία, η κουκουβάγια ήταν σύμβολο της ανοησίας, της βλακείας και της βρωμιάς.

Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα (μετ. 1797-1799) του Ισπανού ζωγράφου και χαράκτη Francisco Goya (1746 – 1828) [Πηγή: Wikimedia]

Βέβαια, δεν είναι μόνο «άλλοι» λαοί που υποτίμησαν την κουκουβάγια, την οποία οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τόσο πολύ αγάπησαν. Αν και σήμερα η λέξη «γλαύκα» περιγράφει κάθε μέλος της βιολογικής τάξης Γλαυκόμορφα (Strigiformes), η οποία περιλαμβάνει περίπου 200 είδη, στην αρχαία Ελλάδα η «γλαύκα» (όπως αντίστοιχα στη σύγχρονη Ελλάδα η λέξη «κουκουβάγια») ταυτιζόταν με το είδος Μικρή Κουκουβάγια, η οποία επιστημονικά ονομάζεται Αθηνά η νυκτία (Athene noctua), έχει κίτρινα μάτια,  ύψος γύρω στα 22 εκ. και βάρος μόλις 180 γραμμάρια. Αυτό είναι προφανές από τις αναπαραστάσεις του πουλιού που υπάρχουν τόσο στα αρχαία νομίσματα όσο και στα αγγεία.

Μικρή Κουκουβάγια, Athene noctua (Πηγή: Wikimedia)

Υπάρχει όμως άλλη μια «γλαύκα», μεγαλύτερη σε μέγεθος (ύψος γύρω στα 70 εκ. – το μεγαλύτερο νυχτόβιο αρπακτικό της Ευρώπης). Η κοινή της ονομασία είναι «Μπούφος» (επιστημονική ονομασία Bubo) και παρόλο που επίσης έχει σπινθηροβόλο βλέμμα και βλέπει και κυνηγά στο σκοτάδι, το όνομά της στη σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί συνώνυμο του βλάκα (ίσως γιατί τη μέρα παραμένει ακίνητη, με μισάνοιχτο στόμα κι ένα ελαφρώς «μπλαζέ» βλέμμα). Οι ουσιαστικές διαφορές του «βλάκα» μπούφου από την «σοφή» κουκουβάγια (εκτός από το μέγεθος φυσικά) είναι ότι, αντί για κίτρινα, τα μάτια του είναι πορτοκαλιά και φέρει δυο χαρακτηριστικούς θυσάνους φτερών στα αυτιά του.

Μπούφος (Πηγή: Wikimedia)

Παρατηρώντας τις διαφορές ανάμεσα στη Μικρή Κουκουβάγια και τον Μπούφο, πιστεύω ότι είναι προφανές πως η Αθηναϊκή Γλαύκα είναι σίγουρα η πρώτη (φανταστείτε την Αθηνά με ένα πουλί 70 πόντους να κάθεται στον ώμο της…). Από την άλλη, φαίνεται ότι αρκετοί σύγχρονοι γραφίστες δεν έχουν εντρυφήσει αρκετά στο θέμα, δημιουργώντας – άθελά τους – εικαστικά αποτελέσματα με ενδιαφέροντες συμβολισμούς.

Ο Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ), ο  οποίος καταργήθηκε το 2012, ήταν υπεύθυνος για την έκδοση όλων των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού, του Γυμνασίου, του Λυκείου και διαφόρων σχολών. Αυτό που μαθαίναμε στο σχολείο (και αναφέρεται επίσης στο σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας) είναι ότι το σήμα των βιβλίων του ΟΕΔΒ ήταν η κουκουβάγια. Όμως (όπως παρατήρησε και ο  δάσκαλος Γιώργιος Τρούλης στα Ρεθεμνιώτικα Νέα, 10/03/2010) αν δει ξανά κανείς το σήμα  υπό το φως των παραπάνω πληροφοριών, ενδέχεται να καταλήξει σε ένα λίγο διαφορετικό συμπέρασμα.

Η ίδια «κουκουβάγια» (αλλά με μεγαλύτερη σχεδιαστική λεπτομέρεια, η οποία βοηθά ακόμα περισσότερο στον προσδιορισμό του είδους της) απεικονίζεται στο έμβλημα της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ)  του Στρατού Ξηράς, ενώ στην ιστοσελίδα όπου περιγράφεται το έμβλημα, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Σύμπλεγμα κουκουβάγιας και διπλού πέλεκυ. Συμβολίζει τη μάθηση και τη γνώση (κουκουβάγια, σύμβολο των γραμμάτων και της σοφίας κατά την αρχαιότητα)»«. Άραγε ο γραφίστας είχε πάρει τιμητική άδεια για το «επίτευγμά» του;

Στο πρόγραμμα Γλαύκα, μια διαδικτυακή εφαρμογή για παιδιά με θέμα την αποκατάσταση των μνημείων της Ακρόπολης που αναπτύχθηκε από τον Τομέα Ενημέρωσης & Εκπαίδευσης της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης, πρωταγωνιστής είναι η Γλαύκα, ένα ιπτάμενο ρομπότ. Μόνο που, κατά τα φαινόμενα, η Γλαύκα ίσως να μην είναι και τόσο γλαύκα τελικά… (έχει όμως κίτρινα μάτια!) Αν μη τι άλλο, δεν μπορεί να προσάψει κανείς στους δημιουργούς της εφαρμογής ότι «κομίζουν γλαύκα ες Αθήνας». Μπούφο όμως;

Τέλος, η εφημερίδα LiFO στο editorial της 10/9/2007 με τίτλο «Nα σας συστήσουμε τον Τέλη!»  παρουσιάζει με καμάρι το νέο της λογότυπο τον Τέλη, «μια αθηναϊκή γλαύκα για την ακρίβεια» η οποία επιλέχθηκε με «σημείο αναφοράς το παλιό σήμα του ΟΕΔΒ»:

(Για να είμαι πάντως δίκαιος, πολλά από τα προσχέδια του γραφίστα που δεν επιλέχθηκαν ήταν όντως αθηναϊκές γλαύκες).

11. Το Ψυγείο της Βλακείας

«Ο άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα, οπλισμένος με βλακεία και καλή πέψη» είχε πει κάποτε ο Charles Dickens (1812 -1870). Βέβαια, το τι αποτελεί βλακεία και τι όχι είναι κάτι το οποίο είναι πολλές φορές εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσει κανείς. Γι’ αυτό άλλωστε σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις όπου βλακώδεις ιδέες κρίθηκαν ως ευφυείς καθώς και το αντίστροφο, ακόμη μάλιστα και από ανθρώπους που θεωρούνταν διανοητικά προικισμένοι.

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα:

  • Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο κεφάλαιο του «Περί τα ζώα ιστοριών» (350 π.Χ.), αναφέρει ότι «χουσι δ πλείους ο ρρενες τν θηλειν δόντας κα ν νθρώποις κα π προβάτων κα αγν κα ὑῶν» (δηλ. τα αρσενικά έχουν περισσότερα δόντια από τα θηλυκά, στην περίπτωση των ανθρώπων, των προβάτων, των αιγών και των χοίρων).

Χαρακτηριστικά του προσώπου ενός αρσενικού βλάκα (σύμφωνα με τον φυσιογνωμιστή J.C. Lavater)

  • Τον 18ο αιώνα άνθισε ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους η «επιστήμη» της «Φυσιογνωμικής«, σύμφωνα με την οποία μπορούσε κανείς να κρίνει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα ενός ατόμου με βάση την εξωτερική του εμφάνιση και κυρίως με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Μάλιστα συγγραφείς όπως ο  Balzac, ο Chaucer, ο Dickens, ο Hardy, και η Brontë χρησιμοποιούν στοιχεία της φυσιογνωμικής για να περιγράψουν τους χαρακτήρες τους.

  • Τη δεκαετία του 1930 στο Λονδίνο ήταν της μόδας τα «κλουβιά για μωρά» που κρεμούσε κανείς έξω από το παράθυρό του κι έβαζε μέσα το μωρό του για να παίρνει καθαρό αέρα και ήλιο!

Εδώ το σχετικό (διθυραμβικό) βιντεάκι στο YouTube:

Τέλος, τον Απρίλη του 1975, ο Gary Dahl, ένας διαφημιστής από τον Καλιφόρνια, μετά από μια συζήτηση σε ένα μπαρ με φίλους του που παραπονιόταν για τα κατοικίδιά τους, αποφάσισε να δημιουργήσει και να πουλήσει το τέλειο κατοικίδιο, το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πέτρα. Βάφτισε το προϊόν «Pet Rock» και η συσκευασία του (ένα χαρτόκουτο με τρύπες για να «αναπνέει» το κατοικίδιο) περιελάμβανε μια σκέτη γκρι πέτρα (από μάντρα οικοδομικών υλικών), λίγο άχυρο και ένα εγχειρίδιο 32 σελίδων σχετικά με τη φροντίδα και την εκπαίδευση(!) του κατοικίδιου (π.χ., πως να του μάθετε να υπακούσει σε εντολές όπως «μείνε», «κάτσε», «επίθεση», κλπ.). Η μόδα του Pet Rock κράτησε μόνο έξι μήνες, μέσα στους οποίους όμως πουλήθηκαν γύρω στο 1,5 εκατομμύρια κομμάτια (στην τιμή των $3.95 και με ελάχιστο κόστος παραγωγής), οπότε και ο Dahl έγινε πολυεκατομυριούχος.

Αρκετά λεξικά ορίζουν τη βλακεία ως την έλλειψη ευφυΐας. Στην ουσία, η μόνη μεταξύ σχέση τους αποτελεί το γεγονός ότι και οι δύο είναι ασαφείς, υποκειμενικές, έννοιες που αλλάζουν συνεχώς στο χώρο και στο χρόνο, ενώ συνήθως σχηματίζονται από κάποιο είδος «πλειοψηφίας» – κάτι συχνά θεωρείται ότι είναι «βλακεία», αν έρχεται σε αντίθεση με τη κοινή πρακτική, γνώση ή λογική. «Αν η βλακεία δεν ήταν τόσο παρόμοια με την πρόοδο, την ικανότητα, την ελπίδα και τη βελτίωση, τότε κανείς δεν θα ήθελε να είναι βλάκας», σημειώνει ο Αυστριακός συγγραφέας Robert Musil στην ομιλία του με τίτλο «Περί βλακείας» που έδωσε στη Βιέννη τον Μάρτιο του 1937 (στα ελληνικά η ομιλία υπάρχει στο βιβλίο με τίτλο «Περί βλακείας», από τις εκδόσεις Ολκός).

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη μέθοδος την οποία να μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς προκειμένου να μπορεί να διαχωρίσει μια ιδέα η οποία φαίνεται να είναι «βλακεία» γιατί είναι πολύ μπροστά από την εποχή της, από μια ιδέα η οποία ακούγεται βλακώδης γιατί όντως είναι.

Γενικά λοιπόν είναι καλύτερα κανείς να μην απορρίπτει μονομιάς βλακώδεις ιδέες ή και τα πρόσωπα που τις πρότειναν. Αντ’ αυτού καλό είναι να φυλάσσονται για μελλοντική αναφορά, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν – αν και όταν – έρθει η ώρα τους, ή σε περίπτωση που οτιδήποτε άλλο αποτύχει. Επιπλέον, καθώς ο κόσμος αλλάζει, υπάρχει μια πιθανότητα μια «πρώην» βλακώδης ιδέα να μεταλλαχθεί  – δίχως καμία τροποποίηση – σε ιδιοφυή.

Όμως ακόμη και οι «πραγματικά» βλακώδεις ιδέες δεν είναι και τόσο κακές. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως «πρώτη ύλη» για δημιουργική ή πλάγια σκέψη, ενώ ορισμένες φορές μια κακή ιδέα είναι στην πραγματικότητα μια καλή ιδέα που απλά χρειάζεται λίγο «χτένισμα». Επίσης, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που έχουν την εξαιρετική ικανότητα να μετατρέπουν τις κακές ιδέες σε καλές (αλλά, δυστυχώς, πολλοί περισσότεροι που μπορούν να επιτύχουν αβίαστα το αντίθετο).

Όπως και τα όνειρα, όλα τα είδη των ιδεών – καλές, κακές ή αδιάφορες – είναι κατασκευασμένα από το ίδιο υλικό – την ανθρώπινη διάνοια – το οποίο αποτελεί ένα πολύ ισχυρό εγκεφαλικό διεγερτικό. Έτσι λοιπόν, σαν τα κουνέλια, όσο πιο πολλές ιδέες εκτρέφει κανείς, τόσο περισσότερες αναπαράγονται. Και, αν συνήθως λένε ότι η ποσότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και ποιότητα, στο χώρο των ιδεών η ιστορία έχει αποδείξει ότι όσο πιο πολλές, τόσο καλύτερα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα προτεινόμενο εργαλείο δημιουργικής σκέψης είναι ένα «ψυγείο της βλακείας», μέσα στο οποίο θα μπορεί κανείς να συλλέγει «βλακώδεις» ιδέες και να τις διατηρεί πάντα φρέσκες, δίχως να μπορούν να «μολύνουν» η μία την άλλη. Κάθε τόσο, ή όποτε προκύπτει σχετική ανάγκη, θα μπορεί να ανοίγει την πόρτα του ψυγείου και να ελέγχει αν έχει έρθει η ώρα να ξεπαγώσει κάποια από τα περιεχόμενά του, ή απλά και μόνο για να εμπνευστεί.

stupidity_fridge

Το ψυγείο της βλακείας

7. Alexander Graham Bell: Χαμένος (αλλά και κερδισμένος) στη μετάφραση…

Ο Alexander Graham Bell από την ηλικία των 18 ετών πειραματιζόταν με τη μετάδοση του ήχου. Κάποια στιγμή συνέταξε μια σύντομη αναφορά και την έστειλε στον Alexander John Ellis, έναν συνάδελφο του πατέρα του, ο οποίος ήταν μαθηματικός και φιλόλογος (!), πολύ γνωστός για τη δουλειά του στο πεδίο της Φωνητικής. Ο Ellis απάντησε στον Bell ότι τα πειράματα που ανέφερε ήταν συναφή με δουλειά η οποία ήδη διεξαγόταν στη Γερμανία και του έστειλε μάλιστα ένα αντίγραφο της διατριβής του Hermann von Helmholtz με τίτλο «Die Lehre von den Tonempfindungen als physiologische Grundlage für die Theorie der Musik» (Επί της αίσθησης του τόνου ως φυσιολογική βάση της θεωρίας της μουσικήςεδώ στα Αγγλικά).

Ο Alexander Graham Bell μιλάει στο τηλέφωνο. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Bell καταρχάς απογοητεύτηκε όταν έμαθε πως αυτό που θεωρούσε ως καινοτόμες δικές του ιδέες, είχαν ήδη εφαρμοστεί την πράξη από κάποιον άλλο, αλλά δεν το έβαλε και κάτω. Αποφάσισε λοιπόν να κάνει κάτι λιγότερο φιλόδοξο από το αρχικό του σχέδιο και να επεκτείνει τη δημοσιευμένη δουλειά του Helmholtz.

Ένας συντονιστής Helmholtz. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Helmholtz στο κείμενό του υποστήριζε ότι ήταν δυνατόν οι ήχοι των φωνηέντων να παραχθούν χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ηλεκτρικών διαπασών και αντηχείων. O Bell όμως, καθώς αφενός δεν γνώριζε Γερμανικά και αφετέρου είχε στο μυαλό του αυτό που ο ίδιος προσπαθούσε να επιτύχει, έβγαλε το (λανθασμένο) συμπέρασμα ότι ο Helmholtz είχε κατασκευάσει ένα μηχάνημα το οποίο όχι μόνο παρήγαγε, αλλά επίσης μετέδιδε τους ήχους των φωνηέντων. Έτσι, αποφάσισε να πειραματιστεί με κάτι το οποίο έδειχνε να είναι απόλυτα εφικτό – να επεκτείνει τις δυνατότητες του μηχανήματος ώστε να μπορεί να μεταδίδει και άλλους ήχους (π.χ., σύμφωνα).

Αυτό το λάθος τελικά τον οδήγησε στην εφεύρεση του τηλεφώνου και όπως αργότερα παραδέχτηκε: «Δίχως να γνωρίζω πολλά σχετικά με το θέμα, πίστεψα ότι εάν ο ήχος των φωνηέντων μπορούσε να παραχθεί με ηλεκτρικά μέσα, τότε θα μπορούσαν να παραχθούν αντίστοιχα και τα σύμφωνα, και ο αρθρωμένος λόγος… Νόμιζα ότι ο Helmholtz το είχε ήδη καταφέρει … και ότι αποτυχία μου οφειλόταν μόνο στην άγνοια μου σχετικά με τον ηλεκτρισμό. Ήταν μια πολύτιμη γκάφα … Μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Αν μπορούσα να διαβάσω Γερμανικά εκείνη την εποχή, ίσως να μην είχα ξεκινήσει τα πειράματά μου!» [Πηγή: Shulman,S. The Telephone Gambit: Chasing Alexander Graham Bell’s Secret. W. W. Norton & Company  (2008), 48]

Όπως και στις περιπτώσεις του Orson Welles και του George Bernard Dantzig,  υπάρχουν φορές όπου η άγνοια μπορεί να προσφέρει αυτοπεποίθηση και να λειτουργήσει εκ των υστέρων ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: κάτι το οποίο το συγκεκριμένο άτομο  (λόγω της άγνοιας του) νόμιζε αρχικά ότι ήταν εφικτό ενώ αυτοί που «γνώριζαν» θεωρούσαν ότι δεν ήταν, τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν!

ΥΓ: Μια μικρή ιστορία σχετικά με το τηλέφωνο, η οποία αποδεικνύει ότι το τι θεωρείται ως «βλακεία» (κακή ιδέα) και τι όχι είναι καθαρά υποκειμενικό (και συχνά πέρα για πέρα λάθος) είναι η ακόλουθη. Το 1876, ο William Orten ήταν πρόεδρος της Western Union, η οποία κατείχε το μονοπώλιο της τότε πιο προηγμένης διαθέσιμης τεχνολογίας επικοινωνιών, του τηλέγραφου. Στον Orten προσφέρθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια νέα εφεύρεση, το τηλέφωνο, για $100.000 (σημερινή αξία περίπου 2 εκ. δολάρια). Αυτός θεώρησε την όλη ιδέα γελοία, και μάλιστα έγραψε απευθείας στον Alexander Graham Bell, λέγοντας: «Μετά από προσεκτική εξέταση της εφεύρεσής σας, ενώ είναι ένας πολύ ενδιαφέρον νεωτερισμός, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει εμπορικές δυνατότητες… Τι χρησιμότητα θα μπορούσε να έχει ένα ηλεκτρικό παιχνίδι για την εταιρεία μας;» Δύο χρόνια αργότερα, αφού η χρήση του τηλεφώνου είχε αρχίσει να εξαπλώνεται με ραγδαίους ρυθμούς, ο Orten συνειδητοποίησε το μέγεθος του λάθους του και για χρόνια προσπαθούσε (ανεπιτυχώς) να προσβάλλει τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας του Bell.

 

3. Βλακεία + Άγνοια + Ανοησία – Garry Kasparov: 1-0

Ένα από τα μεγάλα γεγονότα της δεκαετίας του ’90 ήταν οι περίφημοι σκακιστικοί αγώνες μεταξύ του Παγκόσμιου Πρωταθλητή στο σκάκι Garry Kasparov  και του υπερυπολογιστή ονόματι Deep Blue της τότε παντοδύναμης IBM. Ήταν η εποχή που η ισχύς των υπολογιστών αυξανόταν θεαματικά και ταυτόχρονα η χρήση τους εξαπλωνόταν σε ολοένα και περισσότερους τομείς. Ο Deep Blue λοιπόν κατασκευάστηκε αποκλειστικά και μόνο ως σκακιστική μηχανή, με στόχο να αναδείξει τις νέες δυνατότητες των υπολογιστών (της ΙΒΜ), οι οποίες εν δυνάμει θα μπορούσαν κάποια στιγμή να φτάσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν την ανθρώπινη νοημοσύνη.  Το σκάκι φυσικά αποτελούσε μια πολύ βολική επιλογή για την ΙΒΜ, καθώς αφενός, είναι ένα παιχνίδι «κομμένο και ραμμένο» για να παιχτεί από έναν υπολογιστή, και αφετέρου, για τον περισσότερο κόσμο αποτελεί μια δραστηριότητα που θεωρείται ότι απαιτεί ιδιαίτερα υψηλές διανοητικές ικανότητες.

Ο πρώτος αγώνας έγινε τον Φεβρουάριο του 1996 στη Φιλαδέλφεια, όπου αν και ο  Deep Blue κατάφερε να κερδίσει την πρώτη παρτίδα (και τις εντυπώσεις), ο Kasparov επανήλθε δριμύτερος κάνοντας κατά σειρά 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και άλλες 2 νίκες και πήρε τον τίτλο του μεγάλου νικητή.

Ο Kasparov εναντίον του Deep Blue, στον αγώνα του 1997 (Φωτογραφία: Adam Nadel/Associated Press)
[πηγή: WIRED]

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Μάη του 1997, η ΙΒΜ επανήλθε με νέα, βελτιωμένη έκδοση του υπολογιστή (χαϊδευτικά τον αποκαλούσαν «Deeper Blue»). Αυτή τη φορά, οι προγραμματιστές της ΙΒΜ είχαν τη δυνατότητα μετά από κάθε παρτίδα να κάνουν παρεμβάσεις στον κώδικα, προκειμένου να διορθώνουν αδυναμίεςπου προέκυπταν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παρτίδας,  ο Deep Blue έκανε μια εξαιρετικά απρόβλεπτη κίνηση, η οποία έδειχνε να αποτελεί το ξεκίνημα κάποιας πολύ ιδιαίτερης στρατηγικής. Αν και τελικά ο Kasparov κέρδισε την παρτίδα αυτή, στη συνέχεια η απόδοσή του μειώθηκε δραματικά, ενώ το άγχος του αντίστοιχα αυξήθηκε. Μάλιστα, ο Kasparov κατηγόρησε την ΙΒΜ για απάτη, καθώς διέκρινε ανθρώπινη νοημοσύνη και δημιουργική σκέψη πίσω από τις κινήσεις του υπολογιστή. Αρκετοί είναι αυτοί που αποδίδουν μέρος της ευθύνης για την ήττα, στην περίεργη αυτή κίνηση.

Το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ «Game Over: Kasparov and the Machine»  (2003) καταγράφει αναλυτικά τα γεγονότα γύρω από τον αγώνα αυτό.

Το 2012, ο Nate Silver, δημοσιογράφος των New York Times, στο βιβλίο του «The Signal and the Noise: Why So Many Predictions Fail-but Some Don’t.» αποκάλυψε ότι σύμφωνα με όσα του είπε σε μια συνέντευξη ο Murray Campbell, ένας από τους τρεις επιστήμονες της IBM που σχεδίασαν τον Deep Blue, η κίνηση αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα υπολογιστικό σφάλμα, ένα “bug”. Ο υπολογιστής, βρέθηκε σε μια κατάσταση όπου δεν γνώριζε ποια κίνηση να επιλέξει («άγνοια») και επομένως, μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει την τεχνητή του νοημοσύνη («βλακεία»), διάλεξε μια κίνηση στην τύχη («ανοησία»). Με άλλα λόγια, αυτό που ο Kasparov εξέλαβε ως δείγμα ανώτερης ανθρώπινης νοημοσύνης και δημιουργικότητας, και τα μέσα ενημέρωσης διατυμπάνισαν ως μεγαλειώδη νίκη της τεχνητής επί της ανθρώπινης νοημοσύνης, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ακόμα νίκη των συνασπισμένων δυνάμεων της βλακείας, της άγνοιας και της ανοησίας, επί της ευφυΐας, της γνώσης και της λογικής.

ΥΓ: Ο Kasparov ζήτησε μετά τον αγώνα μια εκτύπωση των αρχείων καταγραφής (log files) του Deep Blue από τον αγώνα, αλλά η IBM αρνήθηκε (αν και αργότερα δημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο). Ο Kasparov επίσης ζήτησε έναν επαναληπτικό αγώνα, αλλά η ΙΒΜ και πάλι αρνήθηκε και αποσυναρμολόγησε τον υπολογιστή.

2. Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική

O William Hogarth (1697 – 1764) ήταν ένας επιτυχημένος Άγγλος ζωγράφος, χαράκτης, σατιρικός εικονογράφος και γελοιογράφος. Ήταν ικανότατος ζωγράφος ρεαλιστικών πορτρέτων, αλλά και πρωτοπόρος στο χώρο των κόμικς, καθώς σχεδίαζε σατιρικές ακολουθίες εικόνων (αυτές που σήμερα αποκαλούμε «comic strips»). Οι εικόνες και το στυλ του είναι τόσο χαρακτηριστικά, που συνήθως χαρακτηρίζονται ως «Hogarthian». (Από τα αγαπημένα μου είναι μια ακολουθία εικόνων που διακωμωδούν τις εκλογές.)

Αυτοπροσωπογραφία (William Hogarth, 1745) [πηγή: wikiart]

Το 1754, δημιούργησε ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτικό με τίτλο «Satire on False Perspective» (Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική) για ένα φυλλάδιο που εξέδιδε ο φίλος του John Joshua Kirby με θέμα την γραμμική προοπτική και τίτλο «Dr. Brook Taylor’s Method of Perspective made Easy both in Theory and Practice» (η απλοποιημένη μέθοδος της προοπτικής του Δρ. Brook Taylor στην θεωρία και στην πράξη).

Ο Hogarth λοιπόν, σε μια προσπάθεια να αναδείξει την αξία και τη χρησιμότητα των περιεχομένων του φυλλαδίου, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τις ιδιαίτερες ικανότητες του στο σατιρικό σκίτσο προκειμένου να κάνει προφανές σε τι είδους λάθη και ασυναρτησίες ( = «βλακείες/ανοησίες») μπορεί κανείς να περιπέσει αν έχει «άγνοια» των περιεχομένων του. Μάλιστα, για να κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο το μήνυμά του, κάτω από το σκίτσο πρόσθεσε τη σημείωση: «Whoever makes a DESIGN without the Knowledge of PERSPECTIVE will be liable to such Absurdities as are shewn in this Frontispiece» (Όποιος φτιάχνει ένα ΣΧΕΔΙΟ δίχως γνώση της ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ, θα υποπίπτει σε τέτοιου είδους Παραλογισμούς, σαν αυτούς που παρουσιάζονται στην παρούσα Προμετωπίδα). Φημολογείται μάλιστα, ότι στόχος του ήταν το συγκεκριμένο σκίτσο να κάνει έναν ερασιτέχνη αριστοκράτη ζωγράφο να δείχνει γελοίος.

Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική (William Hogarth, 1754) [πηγή: wikiart]

Το θέμα όμως είναι ότι αν κανείς παρατηρήσει με προσοχή την εικόνα, ο Hogarth μάλλον κατάφερε να πετύχει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχε σκοπό. Το αποτέλεσμα είναι μοναδικό, εξαιρετικά δημιουργικό και ευφάνταστο (αν το είχε πάρει πιο πολύ στα σοβαρά, θα μπορούσε να είχε γίνει ο M. C. Escher, 200 χρόνια πριν από τον ίδιο τον Escher), και σίγουρα πολύ πιο ενδιαφέρον από χιλιάδες άλλες εικόνες που δημιουργήθηκαν από καλλιτέχνες οι οποίοι διέθεταν και εφάρμοσαν «τη γνώση της ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ». Με άλλα λόγια, εν αγνοία του, η δημιουργικότητα του Hogarth πυροδοτήθηκε από έναν εσκεμμένο συνδυασμό των δυνάμεων της βλακείας, της άγνοιας και της ανοησίας.

1. Η δημιουργική σκέψη και το «κατρακύλισμα της 4ης τάξης»

Το 1966, ο Ellis Paul Torrance, θεωρώντας ότι η νοημοσύνη και η δημιουργικότητα δεν είναι έννοιες ταυτόσημες – και ορισμένες φορές ούτε καν αλληλένδετες, δημιούργησε τα περίφημα Torrance Tests for Creative Thinking (τεστ μέτρησης δημιουργικότητας Torrance). Από τότε, το περιεχόμενο των τεστ, το οποίο περιλαμβάνει ένα σύνολο από γλωσσικά και μη-γλωσσικά «παιχνίδια/ασκήσεις», έχει αναθεωρηθεί από τον ίδιο και τους συνεργάτες του 4 φορές (1974, 1984, 1990, 1998), έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 35 γλώσσες και χρησιμοποιείται κατά κόρον, κυρίως στον εκπαιδευτικό τομέα, αλλά συχνά-πυκνά πλέον ακόμη και για την αξιολόγηση εργαζομένων και στελεχών επιχειρήσεων.

Ενδεικτικά, ένα παράδειγμα μη-γλωσσικού τεστ είναι μια σειρά από εικόνες κάθε μία από τις οποίες περιλαμβάνει ένα περίεργο σχήμα. Ο «εξεταζόμενος» καλείται να συμπληρώσει τις εικόνες χρησιμοποιώντας τη φαντασία του. Η βαθμονόμηση της δημιουργικότητας γίνεται από ειδικευμένους ψυχολόγους χρησιμοποιώντας 13 διαφορετικά κριτήρια, όπως φαντασία, συναισθηματική εκφραστικότητα, αφηγηματικότητα, χιούμορ, κλπ.

Δύο σχήματα από το τεστ.

Οι αντίστοιχες εικόνες ενός «εξεταζόμενου».

Ένα πολύ ενδιαφέρον «παραπροϊόν» των τεστ του Torrance  είναι μια παρατήρηση την οποία ο ίδιος βάφτισε το «κατρακύλισμα της 4ης τάξης» (fourth grade slump). Μελετώντας τα αποτελέσματα των τεστ σε 7 διαφορετικούς πολιτισμούς από την Αμερική, ως την Ινδία και τη Σαμόα, ανακάλυψε μια δραματική πτώση στο επίπεδο της δημιουργικότητας των παιδιών γύρω στην ηλικία των 8-9 ετών (δηλ. στην τέταρτη τάξη του σχολείου).

Επίσης, οι George Land και Beth Jarman στο βιβλίο τους Breakpoint and Beyond: Mastering the Future Today αναφέρουν μια μελέτη την οποία ξεκίνησαν το 1968 και ολοκλήρωσαν το 1983, χρησιμοποιώντας ένα τεστ δημιουργικότητας της NASA για την επιλογή μηχανικών και επιστημόνων. Αρχικά, διεξήγαγαν το τεστ με 1.600 παιδιά 5 ετών. Όταν τα ίδια παιδιά ήταν 10 ετών (δηλ. το 1978) και 15 ετών (το 1983) διεξήγαγαν το ίδιο τεστ, ενώ αργότερα το δοκίμασαν το τεστ ανεξάρτητα και με 280.000 ενήλικες. Το τεστ περιελάμβανε ερωτήσεις του στυλ «πόσες διαφορετικές χρήσεις μπορείτε να φανταστείτε για ένα παπούτσι» και τα αποτελέσματα του ήταν εντυπωσιακά:

land_jarman

  • Στην ηλικία των 5 ετών, το σκορ του 98% των παιδιών ήταν σε επίπεδο «εξαιρετικά δημιουργικός/ή».
  • Στην ηλικία των 10 ετών, το ποσοστό των παιδιών που πέτυχαν το ίδιο αποτέλεσμα έπεφτε στο 30%.
  • Στην ηλικία των 15, το ποσοστό αγγίζει το 12%.
  • Για τους ενήλικες, το ποσοστό βυθίζεται στο 2%.

Το συμπέρασμα του Land για τα αποτελέσματα ήταν ότι εντέλει η «μη δημιουργική συμπεριφορά είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται» (ή αλλιώς, η δημιουργικότητα είναι κάτι το οποίο «ξεμαθαίνεται»).

Πιο πρόσφατα, η Kyung Hee Kim αναλύοντας τα αποτελέσματα των τεστ Torrance για περίπου 273.000 μαθητές και ενήλικες, ανακάλυψε, ότι από το 1990 – σε αντίθεση με τα αποτελέσματα των τεστ νοημοσύνης (IQ tests) τα οποία αυξάνονται σταθερά – το σκορ των Αμερικανοπαίδων όσον αφορά στη δημιουργικότητα, έχει μειωθεί σημαντικά και ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες.  Μάλιστα, βασισμένο στη δουλειά της Kim, το περιοδικό Newsweek  έσπευσε με σχετικό άρθρο του να ανακινήσει θέμα «εθνικής κρίσης δημιουργικότητας».

newsweek

Διαβάζοντας κανείς ως εδώ είναι φυσικό επόμενο να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που φταίει για τα παραπάνω προβλήματα…

Αν είστε ένας από τα εκατομμύρια των θεατών της περίφημης ομιλίας του Sir Ken Robinson στο TED με τίτλο «How schools kill creativity» (Πως τα σχολεία σκοτώνουν τη δημιουργικότητα) τότε μάλλον ήδη γνωρίζετε μια τουλάχιστον (πιθανή) απάντηση. «We are educating people out of their creative capacities»  (εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους στο να χάνουν τις δημιουργικές τους ικανότητες), αναφέρει χαρακτηριστικά.

Τώρα βέβαια, η επόμενη σας απορία κατά πάσα πιθανότητα είναι «και τι σχέση έχουν όλα αυτά με το παρόν blog και τα όσα αναφέρονται στη σελίδα με την περιγραφή του

Μα, διαχρονικά, η βλακεία, η άγνοια και η ανοησία, είναι έννοιες τις οποίες το εκπαιδευτικό σύστημα δαιμονοποίησε και ανήγαγε σε ύψιστους εχθρούς του…

Γιατί όμως;

Κοινός παρανομαστής των 3 αυτών εννοιών είναι η βαθιά υποκειμενικότητα και η παροδικότητα, καθώς για καμία από αυτές δεν υπάρχει απόλυτος ορισμός, ενώ το τι μπορεί να χαρακτηρισθεί με κάθε μια τους μεταβάλλεται διαρκώς. Για παράδειγμα κάτι που πριν 100 χρόνια ήταν μια «έξυπνη» ιδέα, η επιστήμη μπορεί να έχει πλέον αποδείξει ότι ήταν «βλακεία» (ή και το αντίθετο), αυτό που θεωρούταν γνωστό ή ακόμη και δεδομένο ενδέχεται να έχει αντικατασταθεί με πολλά ερωτηματικά, ενώ κάτι το οποίο ήταν «α-νόητο» μπορεί να έχει αποκτήσει σήμερα ένα ή και πολλαπλά νοήματα. Σε επόμενα άρθρα θα επανέλθω με συγκεκριμένα σχετικά παραδείγματα.

Σε κάθε περίπτωση, η χρήση των όρων «βλακεία», «άγνοια» και «ανοησία», προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «αυθεντίας», ενός «κριτή», που μπορεί να είναι ένα μεμονωμένο άτομο ή και ένα συλλογικό όργανο, μια «κοινή λογική». Οτιδήποτε λοιπόν το διαφορετικό, οτιδήποτε παραβαίνει τα όρια και τα δεδομένα αυτής της «αυθεντίας», χαρακτηρίζεται αυτομάτως με έναν από τους 3 όρους ανάλογα με την περίσταση. Αν κάτι είναι αντίθετο με τις κοινές αρχές και πιστεύω, τότε προφανώς είναι «βλακεία». Αν κάτι πάλι δεν μπορεί να αποδειχθεί χρησιμοποιώντας τις υπάρχουσες γνώσεις, τότε είναι προϊόν «άγνοιας». Τέλος, αν κάτι δεν μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί με βάση την «κοινή λογική/πρακτική/γνώση», τότε δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ανοησία».

Για παράδειγμα, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η θεωρία της Σχετικότητας από τον Albert Einstein αντιμετωπίστηκε με αρκετό σκεπτικισμό και πληθώρα αρνητικών κριτικών από πολλούς – ακαδημαϊκούς (όχι μόνο από το χώρο της Φυσικής) και μη. Πολλοί πειραματικοί φυσικοί είδαν με κακό μάτι την απομάκρυνση της φυσικής από την «κοινή λογική» προς πιο αφηρημένα («α-νόητα») θεωρητικά κατασκευάσματα. Πολλοί επίσης ήταν αυτοί οι οποίοι δεν είχαν κατανοήσει το υπόβαθρο αλλά και την ίδια τη θεωρία, ή φοβήθηκαν ότι οι δραματικές αλλαγές που θα επέφερε πιθανή υιοθέτησή της θα τους οδηγούσε στο περιθώριο. Το 1931 μάλιστα, εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Hundert Autoren Gegen Einstein» (εκατό συγγραφείς κατά του Einstein), το οποίο ήταν μια συλλογή σύντομων δοκιμίων 28 συγγραφέων, παραθέσεων από το έργο 19 ακόμα συγγραφέων και μια λίστα ατόμων που κάποια στιγμή είχαν εκφράσει σχετικές επιφυλάξεις. Όταν ρωτήθηκε ο Αϊνστάιν ποια ήταν η γνώμη του για το βιβλίο, αυτός απάντησε: «Γιατί 100 συγγραφείς; Αν είχα κάνει λάθος, τότε ένας θα ήταν αρκετός!» Σήμερα, το βιβλίο αυτό θεωρείται ως γεμάτο «απλοϊκά» λάθη και «μη ηθελημένα αστείο».

Και κάτι ακόμα. Ο Joseph Degenhart, καθηγητής Ελληνικής Γραμματικής, κέρδισε την αθανασία χάρη στην πρόβλεψη του προς τον μαθητή του ότι «δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις τίποτε στη ζωή του» (nothing will ever become of you). Ο Einstein από την άλλη κατάφερε να πείσει έναν γιατρό να διαγνώσει ότι πάσχει από νευρασθενική εξάντληση και να του δώσει έτσι την ευκαιρία να εγκαταλείψει το καταπιεστικό Luitpold Gymnasium, στο οποίο όπως ο ίδιος αργότερα έγραψε, το πνεύμα της μάθησης και τη δημιουργικότητας είχε χαθεί προς χάρη της απόλυτης αποστήθισης.

Αρκετά χρόνια παλαιότερα, ο Charles Darwin με το βιβλίο του On the Origin of Species by Means of Natural Selection (γνωστό ως «Η καταγωγή των ειδών») είχε καταφέρει κι αυτός  να συγκεντρώσει πλήθος αρνητικών κριτικών, κυρίως από ανθρώπους που το παρερμήνευσαν ή δεν το είχαν καν διαβάσει.

ΥΓ: Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο, είναι ο «κατάλογος» των δημιουργικών ανθρώπων οι οποίοι εγκατέλειψαν – νωρίτερα ή αργότερα – το σχολείο (αγγλιστί school  dropouts) και μετέπειτα διέπρεψαν στη ζωή τους. Για παράδειγμα, ο Benjamin Franklin, ο οποίος όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Βικιπαιδεία ήταν «αξιόλογα πολυμαθής, διακεκριμένος συγγραφέας και τυπογράφος, θεωρητικός της πολιτικής, πολιτικός, επιστήμων, εφευρέτης, κοινωνικός ακτιβιστής, στρατιωτικός και διπλωμάτης» εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 10 ετών. O Thomas Edison πήγε σχολείο 3 μήνες όλους κι όλους (λέγεται ότι ο δάσκαλός του πίστευε ότι ο εγκέφαλός του ήταν «συγχυσμένος» και αναφερόταν σε αυτόν με την έκφραση «addled» – δηλ. κλούβιο αυγό).

O Mark Twain σταμάτησε το σχολείο στην πέμπτη δημοτικού, ο Charles Dickens το παράτησε στα 12, όπως άλλωστε και ο Abraham Lincoln. O Walt Disney άφησε το λύκειο όταν ήταν 16 ετών (του έδωσαν τιμητικό απολυτήριο όταν ήταν 58 ετών), όπως επίσης και ο πολυεκατομυριούχος και «σερ», Richard Branson.

Όσον αφορά άτομα τα οποία εγκατέλειψαν το κολέγιο ή το πανεπιστήμιο, η λίστα περιλαμβάνει πολλά γνωστά ονόματα δισεκατομμυριούχων όπως ο Steve Jobs, ο Bill Gates, ο Mark Zuckerberg, ο Michael Dell, και αρκετοί ακόμα…

Τέλος, η σχετική λίστα των ηθοποιών / μουσικών που παράτησαν κάποια στιγμή το σχολείο (αρκετοί από αυτούς ακόμα και το δημοτικό) είναι εξαιρετικά μεγάλη (George Bernard Shaw, Ray Charles, Michael Caine, Julie Andrews, Louis Armstrong, Peter Ustinov, Anthony Quinn, Sophia Loren, Charles Chaplin, Sean Connery, Robert De Niro, Gerard Depardieu και πάει λέγοντας…)

Εδώ υπάρχει μια αναλυτική λίστα η οποία περιλαμβάνει 765 ονόματα.