Category Archives: Άγνοια

13. Η Άγνοια είναι Δύναμη (3): Όταν τα λίγα είναι πολλά (και τα πολλά λίγα)…

Το 1999, οι Goldstein και Gigerenzer έγραψαν μια εργασία με τίτλο «The recognition heuristic: How ignorance makes us smart» (Ο ευρετικός κανόνας της αναγνώρισης: Πως η άγνοια μας κάνει έξυπνους). Η εργασία μελετά τον ευρετικό κανόνας της αναγνώρισης (recognition heuristic) σύμφωνα με τον οποίο αν πρέπει κανείς να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αντικείμενα ποιο έχει την μεγαλύτερη αξία σύμφωνα με κάποιο κριτήριο (π.χ., ψηλότερο, μεγαλύτερο, δυνατότερο), τότε, εάν το ένα αντικείμενο είναι αναγνωρίσιμο και το άλλο όχι, θα υποθέσει ότι αυτό έχει τη μεγαλύτερη αξία. Περιγράφεται επίσης ένα φαινόμενο με το όνομα “less-is-more effect” (τα λίγα είναι πολλά) όπου, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, άτομα με λιγότερες γνώσεις μπορούν να κάνουν πιο ακριβείς προβλέψεις από άτομα με περισσότερες γνώσεις. 

Στο πλαίσιο της εργασίας διεξήχθη το εξής πείραμα: Ρώτησαν φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο και του Πανεπιστημίου του Μονάχου ποια πόλη ανάμεσα στο Σαν Ντιέγκο και το Σαν Αντόνιο έχει περισσότερους κατοίκους, Μόλις το 62% των Αμερικανών φοιτητών απάντησε σωστά σε αντιδιαστολή με το εντυπωσιακό 100% των Γερμανών. Ο λόγος ήταν ότι όλοι οι Γερμανοί είχαν ακούσει στο παρελθόν για το Σαν Ντιέγκο, αλλά πολλοί από αυτούς δεν είχαν ξανακούσει για το Σαν Αντόνιο. Οπότε επέλεξαν (με βάση τον ευρετικό κανόνα της αναγνώρισης) το όνομα το οποίο είχαν ξανακούσει. Οι Αμερικανοί φοιτητές από την άλλη, γνωρίζοντας και τις 2 πόλεις, δεν ήταν αρκετά «ανίδεοι» ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τον ευρετικό κανόνα.

Σε ένα παλαιότερο πείραμα (1997) oi Ayton kai Önkal ζήτησαν από 50 Τούρκους και 54 Βρετανούς φοιτητές να κάνουν προβλέψεις σχετικά με τα αποτελέσματα των 32 αγώνων ποδοσφαίρου του Αγγλικού κυπέλλου. Παρόλο που οι Τούρκοι είχαν από ελάχιστες ως καθόλου γνώσεις σχετικά με τις Αγγλικές ομάδες προέβλεψαν σωστά σε ποσοστό 63%, έναντι του ελάχιστα καλύτερου 66% των Βρετανών. Η βασική ιδέα εδώ ήταν ότι οι περισσότερες Αγγλικές ομάδες έχουν το όνομα της πόλης όπου εδρεύουν. Συνήθως οι μεγαλύτερες πόλεις (και άρα πιο γνωστές) έχουν και καλύτερες ομάδες. Μάλιστα, περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι ανάμεσα στα ζευγάρια όπου οι φοιτητές γνώριζαν μόνο τη μία από τις δύο ομάδες, επέλεγαν τη γνωστή σε ποσοστό 95%.

Μια αξιοπερίεργη ιδιότητα του ευρετικού κανόνα της αναγνώρισης είναι το  “less-is-more effect” (φαινόμενο «τα λίγα είναι πολλά»). Φανταστείτε 3 αδέρφια που πρέπει να περάσουν ένα διαγώνισμα το οποίο περιλαμβάνει ερωτήσεις με 2 εναλλακτικές απαντήσεις σχετικά με το μέγεθος των 50 μεγαλυτέρων πόλεων της Γερμανίας. Ο μικρότερος δεν γνωρίζει καμία πόλη, ο μεσαίος έχει ακούσει για 25 από αυτές (οι οποίες είναι στο 80% των περιπτώσεων μεγαλύτερες από αυτές που δεν έχει ακούσει ποτέ), ενώ ο μεγαλύτερος έχει ακούσει για όλες. Επίσης, αν ένας αδελφός γνωρίζει και τις 2 πόλεις/απαντήσεις σε μια ερώτηση έχει 60% πιθανότητα να απαντήσει σωστά. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία αυτά για την επίλυση μιας εξίσωση που περιλαμβάνεται στην εργασία, προκύπτει ότι ο μεσαίος αδελφός θα πάρει την καλύτερη βαθμολογία (67.5%),ενώ ο μεγάλος που ξέρει περισσότερα 60% (ο μικρότερος απαντά στην τύχη θα πάρει 50%).

Για να πειραματιστούν στην πράξη, οι Goldstein και Gigerenzer αρχικά έγραψαν ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή στον οποίο «μάθαιναν» τα ονόματα Γερμανικών πόλεων και στη συνέχεια έπρεπε να απαντήσει στο κουίζ με τις 2 απαντήσεις. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του φαινομένου «τα λίγα είναι πολλά». Στη συνέχεια, υπέβαλαν 52 φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο σε ένα κουίζ σχετικά με τις 22 μεγαλύτερες πόλεις της Αμερικής και σε άλλο ένα σχετικά με τις 22 μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας. Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν ότι οι φοιτητές απάντησαν κατά μέσο όρο 71% σωστά σχετικά με τις Αμερικάνικές πόλεις, ενώ 73% σχετικά με τις Γερμανικές!

Τον Μάη του 2009, το BBC αποφάσισε να υποβάλει σε δοκιμασία το φαινόμενο «τα λίγα είναι πολλά» και στο πρόγραμμα του Radio 4 με τίτλο “More or less” ρωτώντας τους ακροατές στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο αν το Ντιτρόιτ ή το Μιλγουόκι έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό.  Στη Νέα Υόρκη απάντησε σωστά το 65%, ενώ στο Λονδίνο το 85%!

Σε μια πιο πρόσφατη εργασία τους (2011) με τίτλο «The recognition heuristic: A decade of research» οι Goldstein και Gigerenzer συζητούν και αναλύουν θέματα και περαιτέρω έρευνα που προέκυψε από την αρχική τους εργασία, απαντούν σε κριτική που έχουν δεχτεί και θέτουν νέα ερωτήματα, αλλά και επιβεβαιώνουν τις εντυπωσιακές δυνατότητες πρόβλεψης που προσφέρει ο ευρετικός κανόνας της αναγνώρισης.

Ένας χώρος που γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη αυτού του κανόνα είναι το Μάρκετινγκ και για το λόγο αυτό οι εταιρίες ενδιαφέρονται περισσότερο να γίνεται γνωστό το όνομά τους (brand name) από ότι τα ίδια τους τα προϊόντα. Για τον ίδιο λόγο, στις εκλογές τα περισσότερα κόμματα σπεύδουν να προσθέσουν στα ψηφοδέλτιά τους ηθοποιούς, τραγουδιστές, αθλητές και τηλεπερσόνες, αφού την «ώρα της κρίσης» δεν είναι λίγοι αυτοί που – μην έχοντας άλλα στοιχεία στη διάθεσή τους -εναποθέτουν την απόφασή τους στον ευρετικό κανόνα της αναγνώρισης….

 

Σχετικά άρθρα:

  • Goldstein, D. G. and Gigerenzer, G. The recognition heuristic: How ignorance makes us smart. In G. Gigerenzer, et al. Simple heuristics that make us smart. Oxford University Press (1999), 36-58
  • Gigerenzer, G., & Goldstein, D.G. (2011). “The recognition heuristic: A decade of research,”Judgment and Decision Making, Vol. 6, No. 1, January 2011, pp. 100–121.

10. Η Άγνοια είναι Δύναμη (2): Όταν η λύση «έξω-από-το-κουτί» είναι … το κουτί

Το 1926, ο Karl Duncker (1903 – 1940), στο πλαίσιο της διατριβής για το Μάστερ του στον τομέα της γνωστικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Clark της Μασαχουσέτης, παρουσίασε ένα πείραμα σχετικά με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων τον οποίο έμεινε στην ιστορία ως «το πρόβλημα του Duncker με το κερί’«. Το πείραμα λίγο-πολύ είχε ως εξής: Πάνω σε ένα τραπέζι υπήρχε ένα κουτί που περιείχε ένα κερί, μερικές πινέζες και σπίρτα. Ο Duncker ζητούσε από τους συμμετέχοντες να ανάψουν το κερί με τα σπίρτα και στη συνέχεια να προσπαθήσουν να το στερεώσουν στον τοίχο πάνω από το τραπέζι δίχως όμως να στάζει στην επιφάνεια του τραπεζιού.

candleBox1

Αυτό που παρατήρησε ο Duncker ήταν ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες προσπαθούσαν να στερεώσουν το κερί στον τοίχο χρησιμοποιώντας τις πινέζες ή λιώνοντάς το. Πολύ λίγοι από αυτούς σκέφτονταν να χρησιμοποιήσουν το κουτί ως «κηροπήγιο» και στη συνέχεια να το στερεώσουν στον τοίχο με τις πινέζες.

candleBox2

Ο Duncker ονόμασε το φαινόμενο αυτό «λειτουργική ακαμψία» (functional fixedness) και το περιέγραψε ως μια «νοητική προκατάληψη η οποία αποτρέπει ένα άτομο από το να χρησιμοποιήσει ένα γνωστό αντικείμενο με νέους τρόπους».

Ο Duncker επινόησε 2 επιπλέον πειράματα (ένα με 3 σχοινιά και ένα με συνδετήρες), τα οποία περιγράφονται συνοπτικά  στο άρθρο του Adamson με τίτλο Functional Fixedness as related to problem solving: A repetition of three experiments). Ο Adamson επανέλαβε τα 3 πειράματα του Duncker σε καλύτερα ορισμένες πειραματικές συνθήκες και κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα, αλλά επίσης παρατήρησε ότι η αδυναμία παραγωγής εναλλακτικών λύσεων μειώνεται σημαντικά όταν τα αντικείμενα που αποτελούν μέρος της λύσης δεν χρησιμοποιούνται ήδη όταν πρωτοπαρουσιάζονται (π.χ., το κουτί παρουσιάζεται κενό – ξεχωριστά από τα υπόλοιπα αντικείμενα – δίχως να προϊδεάζεται η χρήση τους ως δοχείο).

To 2000,  οι German και Defeyter σε ένα άρθρο τους στο περιοδικό Psychonomic Bulletin & Review με τίτλο «Immunity to functional fixedness in young children» (Ατρωσία των μικρών παιδιών στη λειτουργική ακαμψία) έδειξαν ότι ενώ τα παιδιά ηλικίας 6-7 ετών παρουσιάζουν αντίστοιχα «προβλήματα» λειτουργικής ακαμψίας με τους ενήλικες, τα παιδιά των 5 ετών είναι εντελώς «άτρωτα» στο φαινόμενο αυτό και δεν επηρεάζονται από το εάν το αντικείμενο της λύσης χρησιμοποιείται ήδη όταν παρουσιάζεται σε αυτά ή όχι. Μάλιστα, οι επιδόσεις τους όταν το αντικείμενο χρησιμοποιείται ήδη είναι καλύτερες από αυτές των μεγαλύτερων παιδιών.

Μια ενδιαφέρουσα έκφανση του φαινομένου – ιδιαίτερα για όσους ασχολούνται με τη σχεδίαση και την εκπαίδευση – παρουσιάζεται σε ένα άρθρο του 2005 των Chrysikou και Weisberg με τίτλο «Following the Wrong Footsteps: Fixation Effects of Pictorial Examples in a Design Problem-Solving Task«. Το άρθρο αυτό περιγράφει δύο πειράματα που εξετάζουν κατά πόσο η παρουσίαση εικονογραφικών παραδειγμάτων σε συνδυασμό με γραπτές οδηγίες σχετικά με ένα σχεδιαστικό πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσουν φαινόμενα «σχεδιαστικής ακαμψίας» σε φοιτητές με μικρή σχεδιαστική εμπειρία. Τα σχετικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι φοιτητές παρόλο που μελετούσαν τις οδηγίες, συνήθως ακολουθούσαν τα εικονογραφικά παραδείγματα ακόμα και όταν αυτά περιλάμβαναν στοιχεία τα οποία στην περιγραφή του προβλήματος αναφέρονταν ρητά ως προβληματικά. Το καλό πάντως είναι ότι όταν παρέχονταν ρητές οδηγίες σχετικά με την αποφυγή των χαρακτηριστικών αυτών των εικονογραφικών παραδειγμάτων, τότε η «ακαμψία» μειωνόταν σημαντικά.

Και τέλος, για ένα σύντομο διαλειμματάκι από τη λειτουργική ακαμψία μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά στα παρακάτω άρθρα:

Everyday items used to make creative illustrations by artist Javier Perez

99 Extraordinary, Creative and Unusual Uses for Ordinary and Everyday Objects

Top 17 Most Creative Uses From Ordinary Household Items

35 Lifechanging Ways To Use Everyday Objects

 

50 Creative Ways to Repurpose, Reuse and Upcycle Old Things

Σχετικά άρθρα:

  • Adamson, R.E. (1952). Functional Fixedness as related to problem solving: A repetition of three experiments. Journal of Experimental Psychology, 44, 288-291.
  • Chrysikou, Evangelia G.; Weisberg, Robert W. Following the Wrong Footsteps: Fixation Effects of Pictorial Examples in a Design Problem-Solving Task. Journal of Experimental Psychology: Learning, Memory and Cognition, Vol 31(5), Sep 2005, 1134-1148.
  • Duncker, K. (1945). On problem solving. Psychological Monographs, Vol. 58, No. 270, American Psychological Association
  • German, T.P., and Defeyter, M.A. Immunity to functional fixedness in young children. Psychonomic Bulletin & Review, December 2000, 7(4), 707-712

9. Η Άγνοια είναι Δύναμη: Πολύ σκληρός για … Einstellung

Στο βιβλίο 1984 του George Orwell τα τρία βασικά συνθήματα του Υπουργείου Αλήθειας (υιοθετώντας τη λογική της «Διπλής Σκέψης») είναι: «Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη. Η Ελευθερία είναι Σκλαβιά. Η Άγνοια είναι Δύναμη.» Ο Orwell βέβαια, αποδίδει στα συνθήματα αυτά αρνητικό χαρακτήρα και τα χρησιμοποιεί για να συνοψίσει στον αναγνώστη την πεμπτουσία του τρόπου χειραγώγησης των πολιτών από το Κόμμα. Για παράδειγμα, το τρίτο σύνθημα υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς ότι η άγνοια των πολιτών είναι δύναμη για το Κόμμα.

Σύμφωνα όμως με επιστημονικές μελέτες (αλλά ακόμα και με απτά παραδείγματα της καθημερινής μας ζωής) υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου – σε αντίθεση με αυτό που υποδεικνύει η «κοινή λογική» και με αυτά που μας μαθαίνουν στο σχολείο – «Η Άγνοια είναι Δύναμη».

«Ποιος από τους δύο κίτρινους κύκλους είναι μεγαλύτερος

circles

Όταν έδειξα την παραπάνω εικόνα σε 10 φοιτητές και τους ρώτησα ποιος από τους δύο κίτρινους κύκλους είναι μεγαλύτερος, όλοι ανεξαιρέτως απάντησαν ότι οι κύκλοι έχουν το ίδιο μέγεθος. Όταν τους ρώτησα γιατί το πιστεύουν αυτό, παραδέχτηκαν ότι στο παρελθόν είχαν ξαναδεί αντίστοιχες εικόνες σε τεστ με οπτικές απάτες, όπου η σωστή απάντηση είναι ότι τα δύο σχήματα, αν και δείχνουν διαφορετικά λόγω των άλλων σχημάτων που τα πλαισιώνουν, είναι ακριβώς τα ίδια. Όταν έκανα την ίδια ερώτηση σε 5 παιδάκια 3-6 ετών, όλα έδειξαν τον κύκλο στα δεξιά, ο οποίος όντως είναι κατά 8% μεγαλύτερος. Με άλλα λόγια, η προϋπάρχουσα γνώση των ενηλίκων τους επέβαλε μια απάντηση την οποία υιοθέτησαν αβίαστα παρόλο που ήταν αντίθετη με αυτό που τους υποδείκνυε ο εγκέφαλός τους. Αυτό βέβαια, δεν είναι τυχαίο, αφού ένα από τα βασικά στοιχεία της σχολικής εκπαίδευσης είναι ότι η «γνώση» είναι πάντα πιο σημαντική από τη διαίσθηση και την προσωπική εμπειρία. Από την άλλη, η άγνοια των μικρών παιδιών, όπως και στο παραμύθι με τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα, τους επέτρεψε να μην είναι προκατειλημμένα και να δηλώσουν αυθόρμητα μια τόσο προφανή αλήθεια.

Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα. Εικονογράφηση του Vilhelm Pedersen (1820 – 1859). [πηγή: Wikipedia]

Η περίπτωση αυτή είναι ένα απλό παράδειγμα, ενός φαινομένου το οποίο επιστημονικά αποκαλείται “Einstellung effect” (σε ελεύθερη μετάφραση «το αποτέλεσμα της Ρύθμισης»), του οποίου «νονός» ήταν o Abraham Luchins. Ο  Luchins το 1942 διεξήγαγε μια σειρά από πειράματα στα οποία οι συμμετέχοντες έπρεπε να μετρήσουν συγκεκριμένες ποσότητες νερού χρησιμοποιώντας 3 κανάτες γνωστής χωρητικότητας. Οι συμμετέχοντες, 483 παιδιά ηλικίας 9-12 ετών, ήταν χωρισμένοι σε 2 ομάδες. Στην ομάδα Α έδωσε πρώτα 5 προβλήματα «προπόνησης», προτού τους αναθέσει να επιλύσουν τα 4 προβλήματα του πειράματος. Τα προβλήματα «προπόνησης» απαιτούσαν όλα ακριβώς την ίδια προσέγγιση για να επιλυθούν. Στην ομάδα Β («ομάδα ελέγχου»), δεν έδωσε καθόλου προβλήματα «προπόνησης». Αυτό που προέκυψε μέσα από τα πειράματα αυτά ήταν ότι η ομάδα Α κατά κανόνα υιοθετούσε τη λύση που είχε μάθει στην προπόνηση ακόμα και αν για τα τελικά προβλήματα υπήρχε απλούστερη ή και εντελώς διαφορετική λύση, ενώ η ομάδα Β δεν επέδειξε τέτοιου είδους συμπεριφορά. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν σε αντίστοιχα πειράματα (που διεξήγαγε το 1950 μαζί με τη γυναίκα του Edith Hirsch Luchins) δόθηκε στους συμμετέχοντες προφορικά η προειδοποίηση «μην είστε τυφλοί», το φαινόμενο Einstellung μειώθηκε αισθητά. Επίσης παρατήρησαν ότι σε περιπτώσεις όπου η πίεση αυξάνεται (π.χ., λόγω χρονικών περιορισμών, κρισιμότητας του διαγωνίσματος) η επίδραση του φαινομένου Einstellung αυξάνεται δραματικά.

Woman Pouring Water into a Jar, Gerrit Dou, c.1640, Musée du Louvre, Paris
(πηγή: WikiArt)

Στην ταινία “Die Hard III with a vengeance” (Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει 3) ο John McLane (Bruce Willis) μαζί με τον Zeus (Samuel L. Jackson) καλούνται να επιλύσουν μια σειρά από δύσκολους γρίφους προκειμένου να σώσουν την πόλη από τον σατανικό Peter Krieg (Jeremy Irons). Ο τέταρτος γρίφος είναι το πρόβλημα με τις κανάτες, καθώς πρέπει να μετρήσουν ακριβώς 4 γαλόνια χρησιμοποιώντας δοχεία των πέντε και των τριών γαλονιών.

Το σχετικό απόσπασμα από την ταινία:

Υπάρχουν επίσης πρόσφατες μελέτες σχετικά με το σκάκι (ένα ενδιαφέρον άρθρο είναι το «Psychological warfare and Einstellung effect» των Heather Sheridan και Rick Lahaye), οι οποίες αναφέρουν ότι και σε αυτό το χώρο υπάρχει έντονο το φαινόμενο Einstellung και μάλιστα επηρεάζει εξίσου τους νέους όσο και τους έμπειρους παίκτες (και οι δύο κατηγορίες έχουν περίπου 50% πιθανότητα να πέσουν θύματά του), ωθώντας τους να καταναλώνουν περισσότερο χρόνο εξετάζοντας οικίες λύσεις και λιγότερο αναζητώντας νέες, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να επιλέγουν μια οικία λύση ακόμα και όταν αυτή δεν είναι η βέλτιστη δυνατή (η διαφορά ανάμεσα στους έμπειρους και τους άπειρους είναι ότι οι πρώτοι όταν δεν επιλέγουν μια «Einstellung» λύση, διαλέγουν τη βέλτιστη δυνατή, ενώ οι δεύτεροι επιλέγουν – πλην ελάχιστων εξαιρέσεων – μια ακόμα χειρότερη). Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι ο Emanuel Lasker, Γερμανός μαθηματικός, φιλόσοφος και Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι για 27 ολόκληρα χρόνια (από το 1894 ως το 1921), έδινε την εξής συμβουλή επιτυχίας:»όταν δεις μια καλή κίνηση – περίμενε – και αναζήτησε μια καλύτερη!»

Με βάση τα παραπάνω, αν αναλογιστεί κανείς το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αντιλαμβάνεται ότι – σε μεγάλο βαθμό – δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μαραθώνια «προπόνηση» για το φαινόμενο  Einstellung – ένας τεράστιος μηχανισμός «Ρύθμισης» των παιδικών εγκεφάλων, καθώς, από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού ως και τα τελευταία έτη του Πανεπιστημίου, οι μαθητές «εκπαιδεύονται» συστηματικά στο αναπαράγουν ξανά και ξανά τις ίδιες «σωστές» λύσεις και προδιαγεγραμμένες απαντήσεις ενός εθνικού «τυφλοσούρτη», σε όλα ανεξαιρέτως τα μαθήματα από τα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες έως ακόμη και την Έκθεση.

 

Σημαντική σημείωση: Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, θα πρέπει να τονίσω στο σημείο αυτό ότι το συγκεκριμένο άρθρο δεν προσπαθεί να προπαγανδίσει ότι η άγνοια είναι καλό πράγμα και η γνώση κακό (ούτως ή άλλως, η γενικότερη φιλοσοφία και προσέγγιση του blog είναι ότι στο χώρο της σκέψης δεν μπορούν να υπάρχουν δίπολα τύπου άσπρο-μαύρο). Από την άλλη όμως, η γνώση δεν είναι απόλυτη, ούτε και σταθερή. Ιδιαίτερα στον χώρο της επιστήμης, η «μοίρα» κάθε γνώσης είναι αναπόφευκτα κάποια στιγμή να επεκταθεί, να διορθωθεί ή ακόμη και να καταργηθεί. Έτσι λοιπόν, είναι σημαντικό κανείς να έχει ανοικτό μυαλό και να μην προσκολλάται σε κάτι επειδή «έτσι το έμαθε». Τα μεγάλα άλματα στην ανθρώπινη σκέψη συνήθως δεν γίνονται συμπληρώνοντας προϋπάρχουσες γνώσεις, αλλά ανατρέποντας εντελώς τις εκάστοτε θεωρίες και δεδομένα. Γι’ αυτό άλλωστε συνήθως τα βαφτίζουμε και «επαναστάσεις». Επιπλέον, όταν μιλάμε για καινοτομία, αυτή αναγκαστικά μόνο στο χώρο της άγνοιας μπορεί να αναζητηθεί. Επομένως, δεν είναι κακό μερικές φορές προτού αναζητήσουμε μια λύση σε ένα πρόβλημα μέσα από τις γνώσεις άλλων, να σχηματίσουμε πρώτα τη δική μας λύση, έχοντας φυσικά «επίγνωση της άγνοιάς μας». Στη συνέχεια, αφού αποκτήσουμε σχετικές γνώσεις μπορούμε να δούμε και να συγκρίνουμε μήπως η άγνοια, μας επέτρεψε να σκεφτούμε κάτι το διαφορετικό. Σε περίπτωση που εμείς είμαστε ήδη γνώστες (και άρα προκατειλημμένοι), μπορούμε κάλλιστα να ρωτήσουμε κάποιον που δεν γνωρίζει και να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε καινοτόμα στοιχεία μέσα από τη δική του οπτική γωνία.

Τα σχετικά άρθρα των Luchins:

  • Luchins, A. S. Mechanization in problem solving – the effect of Einstellung. Psychological Monographs, 54, No. 6, 95 (1942)
  • Luchins, A. S., & Luchins, E. H. (1950). New experimental attempts at preventing mechanization in problem solving. Journal of General Psychology, 42, 279–297.

7. Alexander Graham Bell: Χαμένος (αλλά και κερδισμένος) στη μετάφραση…

Ο Alexander Graham Bell από την ηλικία των 18 ετών πειραματιζόταν με τη μετάδοση του ήχου. Κάποια στιγμή συνέταξε μια σύντομη αναφορά και την έστειλε στον Alexander John Ellis, έναν συνάδελφο του πατέρα του, ο οποίος ήταν μαθηματικός και φιλόλογος (!), πολύ γνωστός για τη δουλειά του στο πεδίο της Φωνητικής. Ο Ellis απάντησε στον Bell ότι τα πειράματα που ανέφερε ήταν συναφή με δουλειά η οποία ήδη διεξαγόταν στη Γερμανία και του έστειλε μάλιστα ένα αντίγραφο της διατριβής του Hermann von Helmholtz με τίτλο «Die Lehre von den Tonempfindungen als physiologische Grundlage für die Theorie der Musik» (Επί της αίσθησης του τόνου ως φυσιολογική βάση της θεωρίας της μουσικήςεδώ στα Αγγλικά).

Ο Alexander Graham Bell μιλάει στο τηλέφωνο. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Bell καταρχάς απογοητεύτηκε όταν έμαθε πως αυτό που θεωρούσε ως καινοτόμες δικές του ιδέες, είχαν ήδη εφαρμοστεί την πράξη από κάποιον άλλο, αλλά δεν το έβαλε και κάτω. Αποφάσισε λοιπόν να κάνει κάτι λιγότερο φιλόδοξο από το αρχικό του σχέδιο και να επεκτείνει τη δημοσιευμένη δουλειά του Helmholtz.

Ένας συντονιστής Helmholtz. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Helmholtz στο κείμενό του υποστήριζε ότι ήταν δυνατόν οι ήχοι των φωνηέντων να παραχθούν χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ηλεκτρικών διαπασών και αντηχείων. O Bell όμως, καθώς αφενός δεν γνώριζε Γερμανικά και αφετέρου είχε στο μυαλό του αυτό που ο ίδιος προσπαθούσε να επιτύχει, έβγαλε το (λανθασμένο) συμπέρασμα ότι ο Helmholtz είχε κατασκευάσει ένα μηχάνημα το οποίο όχι μόνο παρήγαγε, αλλά επίσης μετέδιδε τους ήχους των φωνηέντων. Έτσι, αποφάσισε να πειραματιστεί με κάτι το οποίο έδειχνε να είναι απόλυτα εφικτό – να επεκτείνει τις δυνατότητες του μηχανήματος ώστε να μπορεί να μεταδίδει και άλλους ήχους (π.χ., σύμφωνα).

Αυτό το λάθος τελικά τον οδήγησε στην εφεύρεση του τηλεφώνου και όπως αργότερα παραδέχτηκε: «Δίχως να γνωρίζω πολλά σχετικά με το θέμα, πίστεψα ότι εάν ο ήχος των φωνηέντων μπορούσε να παραχθεί με ηλεκτρικά μέσα, τότε θα μπορούσαν να παραχθούν αντίστοιχα και τα σύμφωνα, και ο αρθρωμένος λόγος… Νόμιζα ότι ο Helmholtz το είχε ήδη καταφέρει … και ότι αποτυχία μου οφειλόταν μόνο στην άγνοια μου σχετικά με τον ηλεκτρισμό. Ήταν μια πολύτιμη γκάφα … Μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Αν μπορούσα να διαβάσω Γερμανικά εκείνη την εποχή, ίσως να μην είχα ξεκινήσει τα πειράματά μου!» [Πηγή: Shulman,S. The Telephone Gambit: Chasing Alexander Graham Bell’s Secret. W. W. Norton & Company  (2008), 48]

Όπως και στις περιπτώσεις του Orson Welles και του George Bernard Dantzig,  υπάρχουν φορές όπου η άγνοια μπορεί να προσφέρει αυτοπεποίθηση και να λειτουργήσει εκ των υστέρων ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: κάτι το οποίο το συγκεκριμένο άτομο  (λόγω της άγνοιας του) νόμιζε αρχικά ότι ήταν εφικτό ενώ αυτοί που «γνώριζαν» θεωρούσαν ότι δεν ήταν, τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν!

ΥΓ: Μια μικρή ιστορία σχετικά με το τηλέφωνο, η οποία αποδεικνύει ότι το τι θεωρείται ως «βλακεία» (κακή ιδέα) και τι όχι είναι καθαρά υποκειμενικό (και συχνά πέρα για πέρα λάθος) είναι η ακόλουθη. Το 1876, ο William Orten ήταν πρόεδρος της Western Union, η οποία κατείχε το μονοπώλιο της τότε πιο προηγμένης διαθέσιμης τεχνολογίας επικοινωνιών, του τηλέγραφου. Στον Orten προσφέρθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια νέα εφεύρεση, το τηλέφωνο, για $100.000 (σημερινή αξία περίπου 2 εκ. δολάρια). Αυτός θεώρησε την όλη ιδέα γελοία, και μάλιστα έγραψε απευθείας στον Alexander Graham Bell, λέγοντας: «Μετά από προσεκτική εξέταση της εφεύρεσής σας, ενώ είναι ένας πολύ ενδιαφέρον νεωτερισμός, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει εμπορικές δυνατότητες… Τι χρησιμότητα θα μπορούσε να έχει ένα ηλεκτρικό παιχνίδι για την εταιρεία μας;» Δύο χρόνια αργότερα, αφού η χρήση του τηλεφώνου είχε αρχίσει να εξαπλώνεται με ραγδαίους ρυθμούς, ο Orten συνειδητοποίησε το μέγεθος του λάθους του και για χρόνια προσπαθούσε (ανεπιτυχώς) να προσβάλλει τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας του Bell.

 

6. George Bernard Dantzig: Μαθηματική (δι)ά[γ]νοια

To 1939, o George Bernard Dantzig (ο ποίος σήμερα θεωρείται ως ο «πατέρας» του  Γραμμικού Προγραμματισμού) ήταν διδακτορικός φοιτητής στο πανεπιστήμιο του Berkeley,  στον τομέα της Στατιστικής.

Ένα πρωί έφτασε καθυστερημένος στην τάξη και είδε δύο προβλήματα γραμμένα στον πίνακα. Υποθέτοντας ότι είναι εργασίες για το σπίτι, τα αντέγραψε και επέστρεψε σπίτι. Μετά από μερικές μέρες, επισκέφθηκε το γραφείο τού επιβλέποντα καθηγητή του και αφού απολογήθηκε που του πήρε τόσο πολύ για να παραδώσει τις εργασίες (γιατί τα προβλήματα του είχαν φανεί σχετικά δυσκολότερα από άλλες φορές) τον ρώτησε αν μπορούσε ακόμη να τις δώσει. Ο καθηγητής τού είπε να τις αφήσει πάνω στο γραφείο του (πάνω στο οποίο παρεμπιπτόντως υπήρχαν αρκετές στοίβες εργασιών και φαινόταν αρκετά πιθανό να χαθούν για πάντα).

Έξι εβδομάδες αργότερα, ένα Κυριακάτικο πρωί γύρω στις 8, η γυναίκα του Dantzig ξύπνησε από κάποιον που κτυπούσε επίμονα την εξώπορτα. Ήταν ο επιβλέπων καθηγητής, ο οποίος μπήκε ενθουσιασμένος στο σπίτι λέγοντας: «Έχω γράψει μια εισαγωγή για τις εργασίες σου. Ρίξε μια ματιά για να τις στείλουμε για δημοσίευση.» Τότε, ο έκπληκτος Dantzig ανακάλυψε ότι αυτό που θεωρούσε ως «εργασίες για το σπίτι», ήταν στην πραγματικότητα δύο παραδείγματα προβλημάτων της Στατιστικής για τα οποία ως τότε δεν υπήρχε απόδειξη! Ένα χρόνο αργότερα, οι λύσεις των δύο αυτών προβλημάτων αποτέλεσαν το περιεχόμενο της διδακτορικής διατριβής του.

Ορισμένες φορές, όπως και στην περίπτωση του Orson Welles, η άγνοια μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε κάποιον να δοκιμάσει και να επιτύχει κάτι, το οποίο οι «γνώστες» να θεωρούν (επειδή έτσι έχουν διδαχθεί) ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο, ή ακόμη και αδύνατο…

[πηγή: snopes.com: The Unsolvable Math Problem]

5. Orson Welles: Άγνοια για Όσκαρ

Ο Αμερικάνος σκηνοθέτης Orson Welles (1915 – 1985) είναι παγκοσμίως γνωστός στο ευρύ κοινό για δύο κυρίως πράγματα: την περίφημη ραδιοφωνική μετάδοση του «Πολέμου Των Κόσμων» η οποία έσπειρε τον πανικό στους κατοίκους του Νιου Τζέρσεϊ και της Νέας Υόρκης που πίστεψαν ότι είχε γίνει εισβολή  εξωγήινων από τον Άρη και για την ταινία του «Πολίτης Κέιν» (1941), η οποία θεωρείται από πολλούς ως μία από τις καλύτερες όλων των εποχών και έλαβε την πρώτη θέση στη λίστα των 100 καλύτερων ταινιών που θεσπίστηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

Πολλοί άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους κι εγώ, όταν σκεφτόμαστε τον Welles μας έρχεται στο μυαλό η γνωστή εμβληματική μορφή του ώριμου, πληθωρικού, γενειοφόρου άνδρα. Έτσι λοιπόν, ήταν αρκετά μεγάλη η έκπληξή μου όταν διάβασα ότι ο «Πολίτης Κέιν», με τις 9 υποψηφιότητες για Όσκαρ, τα διθυραμβικά σχόλια των απανταχού κριτικών και τις καινοτόμες αφηγηματικές και κινηματογραφικές τεχνικές, ήταν μόλις η πρώτη του ταινία, την οποία γύρισε σε ηλικία 25 ετών, χωρίς να έχει την παραμικρή σχετική εμπειρία!

Το 1960, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη του στον Huw Wheldon  , η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Mark W. Estrin με τίτλο Orson Welles: Interviews (Conversations with Filmmakers), ο Welles απαντά στην ερώτηση πού βρήκε την αυτοπεποίθηση για να κάνει την ταινία:

Welles: Άγνοια, άγνοια, καθαρή άγνοια – ξέρετε δεν υπάρχει κανενός είδους αυτοπεποίθηση που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Πιστεύω ότι μόνο όταν γνωρίζει κανείς κάτι για ένα επάγγελμα, είναι συνεσταλμένος ή προσεκτικός.

Wheldon: Πώς αυτή η άγνοια αναδείχθηκε;

Welles: Νόμιζα ότι κάποιος μπορούσε να κάνει με μια κάμερα, ξέρεις, οτιδήποτε μπορούσε να κάνει το μάτι και η φαντασία. Αν έχεις σταδιακά ανελιχθεί μέσα από τη βιομηχανία του κινηματογράφου τότε έχεις διδαχθεί όλα τα πράγματα που ένας κάμεραμαν δεν θέλει να δοκιμάσει από φόβο ότι θα δεχθεί κριτική για το γεγονός ότι απέτυχε. Και σε αυτή την περίπτωση είχα έναν κάμεραμαν που δεν τον ένοιαζε αν θα τον κατέκριναν σε περίπτωση αποτυχίας κι εγώ δεν ήξερα ότι υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσες να κάνεις, κι έτσι οτιδήποτε μπορούσα να σκεφτώ στα όνειρά μου προσπάθησα να το φωτογραφίσω.

Wheldon: Κατάφερες να βγεις από όλο αυτό με τεράστιες τεχνικές καινοτομίες, έτσι δεν είναι;

Γουέλς: Απλά με το να μην γνωρίζω ότι ήταν αδύνατες, ή θεωρητικά αδύνατες.

—> Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=DQCnrPr3qIA

Σχεδόν εκατό χρόνια πριν από τη συνέντευξη αυτή, ο  Charles Darwin είχε γράψει στο The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex (1871) : “Ignorance more frequently begets confidence than does knowledge” (Η άγνοια γεννά συχνότερα την αυτοπεποίθηση από ότι η γνώση). Πόσο δίκιο είχε…

3. Βλακεία + Άγνοια + Ανοησία – Garry Kasparov: 1-0

Ένα από τα μεγάλα γεγονότα της δεκαετίας του ’90 ήταν οι περίφημοι σκακιστικοί αγώνες μεταξύ του Παγκόσμιου Πρωταθλητή στο σκάκι Garry Kasparov  και του υπερυπολογιστή ονόματι Deep Blue της τότε παντοδύναμης IBM. Ήταν η εποχή που η ισχύς των υπολογιστών αυξανόταν θεαματικά και ταυτόχρονα η χρήση τους εξαπλωνόταν σε ολοένα και περισσότερους τομείς. Ο Deep Blue λοιπόν κατασκευάστηκε αποκλειστικά και μόνο ως σκακιστική μηχανή, με στόχο να αναδείξει τις νέες δυνατότητες των υπολογιστών (της ΙΒΜ), οι οποίες εν δυνάμει θα μπορούσαν κάποια στιγμή να φτάσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν την ανθρώπινη νοημοσύνη.  Το σκάκι φυσικά αποτελούσε μια πολύ βολική επιλογή για την ΙΒΜ, καθώς αφενός, είναι ένα παιχνίδι «κομμένο και ραμμένο» για να παιχτεί από έναν υπολογιστή, και αφετέρου, για τον περισσότερο κόσμο αποτελεί μια δραστηριότητα που θεωρείται ότι απαιτεί ιδιαίτερα υψηλές διανοητικές ικανότητες.

Ο πρώτος αγώνας έγινε τον Φεβρουάριο του 1996 στη Φιλαδέλφεια, όπου αν και ο  Deep Blue κατάφερε να κερδίσει την πρώτη παρτίδα (και τις εντυπώσεις), ο Kasparov επανήλθε δριμύτερος κάνοντας κατά σειρά 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και άλλες 2 νίκες και πήρε τον τίτλο του μεγάλου νικητή.

Ο Kasparov εναντίον του Deep Blue, στον αγώνα του 1997 (Φωτογραφία: Adam Nadel/Associated Press)
[πηγή: WIRED]

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Μάη του 1997, η ΙΒΜ επανήλθε με νέα, βελτιωμένη έκδοση του υπολογιστή (χαϊδευτικά τον αποκαλούσαν «Deeper Blue»). Αυτή τη φορά, οι προγραμματιστές της ΙΒΜ είχαν τη δυνατότητα μετά από κάθε παρτίδα να κάνουν παρεμβάσεις στον κώδικα, προκειμένου να διορθώνουν αδυναμίεςπου προέκυπταν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παρτίδας,  ο Deep Blue έκανε μια εξαιρετικά απρόβλεπτη κίνηση, η οποία έδειχνε να αποτελεί το ξεκίνημα κάποιας πολύ ιδιαίτερης στρατηγικής. Αν και τελικά ο Kasparov κέρδισε την παρτίδα αυτή, στη συνέχεια η απόδοσή του μειώθηκε δραματικά, ενώ το άγχος του αντίστοιχα αυξήθηκε. Μάλιστα, ο Kasparov κατηγόρησε την ΙΒΜ για απάτη, καθώς διέκρινε ανθρώπινη νοημοσύνη και δημιουργική σκέψη πίσω από τις κινήσεις του υπολογιστή. Αρκετοί είναι αυτοί που αποδίδουν μέρος της ευθύνης για την ήττα, στην περίεργη αυτή κίνηση.

Το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ «Game Over: Kasparov and the Machine»  (2003) καταγράφει αναλυτικά τα γεγονότα γύρω από τον αγώνα αυτό.

Το 2012, ο Nate Silver, δημοσιογράφος των New York Times, στο βιβλίο του «The Signal and the Noise: Why So Many Predictions Fail-but Some Don’t.» αποκάλυψε ότι σύμφωνα με όσα του είπε σε μια συνέντευξη ο Murray Campbell, ένας από τους τρεις επιστήμονες της IBM που σχεδίασαν τον Deep Blue, η κίνηση αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα υπολογιστικό σφάλμα, ένα “bug”. Ο υπολογιστής, βρέθηκε σε μια κατάσταση όπου δεν γνώριζε ποια κίνηση να επιλέξει («άγνοια») και επομένως, μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει την τεχνητή του νοημοσύνη («βλακεία»), διάλεξε μια κίνηση στην τύχη («ανοησία»). Με άλλα λόγια, αυτό που ο Kasparov εξέλαβε ως δείγμα ανώτερης ανθρώπινης νοημοσύνης και δημιουργικότητας, και τα μέσα ενημέρωσης διατυμπάνισαν ως μεγαλειώδη νίκη της τεχνητής επί της ανθρώπινης νοημοσύνης, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ακόμα νίκη των συνασπισμένων δυνάμεων της βλακείας, της άγνοιας και της ανοησίας, επί της ευφυΐας, της γνώσης και της λογικής.

ΥΓ: Ο Kasparov ζήτησε μετά τον αγώνα μια εκτύπωση των αρχείων καταγραφής (log files) του Deep Blue από τον αγώνα, αλλά η IBM αρνήθηκε (αν και αργότερα δημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο). Ο Kasparov επίσης ζήτησε έναν επαναληπτικό αγώνα, αλλά η ΙΒΜ και πάλι αρνήθηκε και αποσυναρμολόγησε τον υπολογιστή.

2. Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική

O William Hogarth (1697 – 1764) ήταν ένας επιτυχημένος Άγγλος ζωγράφος, χαράκτης, σατιρικός εικονογράφος και γελοιογράφος. Ήταν ικανότατος ζωγράφος ρεαλιστικών πορτρέτων, αλλά και πρωτοπόρος στο χώρο των κόμικς, καθώς σχεδίαζε σατιρικές ακολουθίες εικόνων (αυτές που σήμερα αποκαλούμε «comic strips»). Οι εικόνες και το στυλ του είναι τόσο χαρακτηριστικά, που συνήθως χαρακτηρίζονται ως «Hogarthian». (Από τα αγαπημένα μου είναι μια ακολουθία εικόνων που διακωμωδούν τις εκλογές.)

Αυτοπροσωπογραφία (William Hogarth, 1745) [πηγή: wikiart]

Το 1754, δημιούργησε ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτικό με τίτλο «Satire on False Perspective» (Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική) για ένα φυλλάδιο που εξέδιδε ο φίλος του John Joshua Kirby με θέμα την γραμμική προοπτική και τίτλο «Dr. Brook Taylor’s Method of Perspective made Easy both in Theory and Practice» (η απλοποιημένη μέθοδος της προοπτικής του Δρ. Brook Taylor στην θεωρία και στην πράξη).

Ο Hogarth λοιπόν, σε μια προσπάθεια να αναδείξει την αξία και τη χρησιμότητα των περιεχομένων του φυλλαδίου, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τις ιδιαίτερες ικανότητες του στο σατιρικό σκίτσο προκειμένου να κάνει προφανές σε τι είδους λάθη και ασυναρτησίες ( = «βλακείες/ανοησίες») μπορεί κανείς να περιπέσει αν έχει «άγνοια» των περιεχομένων του. Μάλιστα, για να κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο το μήνυμά του, κάτω από το σκίτσο πρόσθεσε τη σημείωση: «Whoever makes a DESIGN without the Knowledge of PERSPECTIVE will be liable to such Absurdities as are shewn in this Frontispiece» (Όποιος φτιάχνει ένα ΣΧΕΔΙΟ δίχως γνώση της ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ, θα υποπίπτει σε τέτοιου είδους Παραλογισμούς, σαν αυτούς που παρουσιάζονται στην παρούσα Προμετωπίδα). Φημολογείται μάλιστα, ότι στόχος του ήταν το συγκεκριμένο σκίτσο να κάνει έναν ερασιτέχνη αριστοκράτη ζωγράφο να δείχνει γελοίος.

Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική (William Hogarth, 1754) [πηγή: wikiart]

Το θέμα όμως είναι ότι αν κανείς παρατηρήσει με προσοχή την εικόνα, ο Hogarth μάλλον κατάφερε να πετύχει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχε σκοπό. Το αποτέλεσμα είναι μοναδικό, εξαιρετικά δημιουργικό και ευφάνταστο (αν το είχε πάρει πιο πολύ στα σοβαρά, θα μπορούσε να είχε γίνει ο M. C. Escher, 200 χρόνια πριν από τον ίδιο τον Escher), και σίγουρα πολύ πιο ενδιαφέρον από χιλιάδες άλλες εικόνες που δημιουργήθηκαν από καλλιτέχνες οι οποίοι διέθεταν και εφάρμοσαν «τη γνώση της ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ». Με άλλα λόγια, εν αγνοία του, η δημιουργικότητα του Hogarth πυροδοτήθηκε από έναν εσκεμμένο συνδυασμό των δυνάμεων της βλακείας, της άγνοιας και της ανοησίας.

1. Η δημιουργική σκέψη και το «κατρακύλισμα της 4ης τάξης»

Το 1966, ο Ellis Paul Torrance, θεωρώντας ότι η νοημοσύνη και η δημιουργικότητα δεν είναι έννοιες ταυτόσημες – και ορισμένες φορές ούτε καν αλληλένδετες, δημιούργησε τα περίφημα Torrance Tests for Creative Thinking (τεστ μέτρησης δημιουργικότητας Torrance). Από τότε, το περιεχόμενο των τεστ, το οποίο περιλαμβάνει ένα σύνολο από γλωσσικά και μη-γλωσσικά «παιχνίδια/ασκήσεις», έχει αναθεωρηθεί από τον ίδιο και τους συνεργάτες του 4 φορές (1974, 1984, 1990, 1998), έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 35 γλώσσες και χρησιμοποιείται κατά κόρον, κυρίως στον εκπαιδευτικό τομέα, αλλά συχνά-πυκνά πλέον ακόμη και για την αξιολόγηση εργαζομένων και στελεχών επιχειρήσεων.

Ενδεικτικά, ένα παράδειγμα μη-γλωσσικού τεστ είναι μια σειρά από εικόνες κάθε μία από τις οποίες περιλαμβάνει ένα περίεργο σχήμα. Ο «εξεταζόμενος» καλείται να συμπληρώσει τις εικόνες χρησιμοποιώντας τη φαντασία του. Η βαθμονόμηση της δημιουργικότητας γίνεται από ειδικευμένους ψυχολόγους χρησιμοποιώντας 13 διαφορετικά κριτήρια, όπως φαντασία, συναισθηματική εκφραστικότητα, αφηγηματικότητα, χιούμορ, κλπ.

Δύο σχήματα από το τεστ.

Οι αντίστοιχες εικόνες ενός «εξεταζόμενου».

Ένα πολύ ενδιαφέρον «παραπροϊόν» των τεστ του Torrance  είναι μια παρατήρηση την οποία ο ίδιος βάφτισε το «κατρακύλισμα της 4ης τάξης» (fourth grade slump). Μελετώντας τα αποτελέσματα των τεστ σε 7 διαφορετικούς πολιτισμούς από την Αμερική, ως την Ινδία και τη Σαμόα, ανακάλυψε μια δραματική πτώση στο επίπεδο της δημιουργικότητας των παιδιών γύρω στην ηλικία των 8-9 ετών (δηλ. στην τέταρτη τάξη του σχολείου).

Επίσης, οι George Land και Beth Jarman στο βιβλίο τους Breakpoint and Beyond: Mastering the Future Today αναφέρουν μια μελέτη την οποία ξεκίνησαν το 1968 και ολοκλήρωσαν το 1983, χρησιμοποιώντας ένα τεστ δημιουργικότητας της NASA για την επιλογή μηχανικών και επιστημόνων. Αρχικά, διεξήγαγαν το τεστ με 1.600 παιδιά 5 ετών. Όταν τα ίδια παιδιά ήταν 10 ετών (δηλ. το 1978) και 15 ετών (το 1983) διεξήγαγαν το ίδιο τεστ, ενώ αργότερα το δοκίμασαν το τεστ ανεξάρτητα και με 280.000 ενήλικες. Το τεστ περιελάμβανε ερωτήσεις του στυλ «πόσες διαφορετικές χρήσεις μπορείτε να φανταστείτε για ένα παπούτσι» και τα αποτελέσματα του ήταν εντυπωσιακά:

land_jarman

  • Στην ηλικία των 5 ετών, το σκορ του 98% των παιδιών ήταν σε επίπεδο «εξαιρετικά δημιουργικός/ή».
  • Στην ηλικία των 10 ετών, το ποσοστό των παιδιών που πέτυχαν το ίδιο αποτέλεσμα έπεφτε στο 30%.
  • Στην ηλικία των 15, το ποσοστό αγγίζει το 12%.
  • Για τους ενήλικες, το ποσοστό βυθίζεται στο 2%.

Το συμπέρασμα του Land για τα αποτελέσματα ήταν ότι εντέλει η «μη δημιουργική συμπεριφορά είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται» (ή αλλιώς, η δημιουργικότητα είναι κάτι το οποίο «ξεμαθαίνεται»).

Πιο πρόσφατα, η Kyung Hee Kim αναλύοντας τα αποτελέσματα των τεστ Torrance για περίπου 273.000 μαθητές και ενήλικες, ανακάλυψε, ότι από το 1990 – σε αντίθεση με τα αποτελέσματα των τεστ νοημοσύνης (IQ tests) τα οποία αυξάνονται σταθερά – το σκορ των Αμερικανοπαίδων όσον αφορά στη δημιουργικότητα, έχει μειωθεί σημαντικά και ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες.  Μάλιστα, βασισμένο στη δουλειά της Kim, το περιοδικό Newsweek  έσπευσε με σχετικό άρθρο του να ανακινήσει θέμα «εθνικής κρίσης δημιουργικότητας».

newsweek

Διαβάζοντας κανείς ως εδώ είναι φυσικό επόμενο να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που φταίει για τα παραπάνω προβλήματα…

Αν είστε ένας από τα εκατομμύρια των θεατών της περίφημης ομιλίας του Sir Ken Robinson στο TED με τίτλο «How schools kill creativity» (Πως τα σχολεία σκοτώνουν τη δημιουργικότητα) τότε μάλλον ήδη γνωρίζετε μια τουλάχιστον (πιθανή) απάντηση. «We are educating people out of their creative capacities»  (εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους στο να χάνουν τις δημιουργικές τους ικανότητες), αναφέρει χαρακτηριστικά.

Τώρα βέβαια, η επόμενη σας απορία κατά πάσα πιθανότητα είναι «και τι σχέση έχουν όλα αυτά με το παρόν blog και τα όσα αναφέρονται στη σελίδα με την περιγραφή του

Μα, διαχρονικά, η βλακεία, η άγνοια και η ανοησία, είναι έννοιες τις οποίες το εκπαιδευτικό σύστημα δαιμονοποίησε και ανήγαγε σε ύψιστους εχθρούς του…

Γιατί όμως;

Κοινός παρανομαστής των 3 αυτών εννοιών είναι η βαθιά υποκειμενικότητα και η παροδικότητα, καθώς για καμία από αυτές δεν υπάρχει απόλυτος ορισμός, ενώ το τι μπορεί να χαρακτηρισθεί με κάθε μια τους μεταβάλλεται διαρκώς. Για παράδειγμα κάτι που πριν 100 χρόνια ήταν μια «έξυπνη» ιδέα, η επιστήμη μπορεί να έχει πλέον αποδείξει ότι ήταν «βλακεία» (ή και το αντίθετο), αυτό που θεωρούταν γνωστό ή ακόμη και δεδομένο ενδέχεται να έχει αντικατασταθεί με πολλά ερωτηματικά, ενώ κάτι το οποίο ήταν «α-νόητο» μπορεί να έχει αποκτήσει σήμερα ένα ή και πολλαπλά νοήματα. Σε επόμενα άρθρα θα επανέλθω με συγκεκριμένα σχετικά παραδείγματα.

Σε κάθε περίπτωση, η χρήση των όρων «βλακεία», «άγνοια» και «ανοησία», προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «αυθεντίας», ενός «κριτή», που μπορεί να είναι ένα μεμονωμένο άτομο ή και ένα συλλογικό όργανο, μια «κοινή λογική». Οτιδήποτε λοιπόν το διαφορετικό, οτιδήποτε παραβαίνει τα όρια και τα δεδομένα αυτής της «αυθεντίας», χαρακτηρίζεται αυτομάτως με έναν από τους 3 όρους ανάλογα με την περίσταση. Αν κάτι είναι αντίθετο με τις κοινές αρχές και πιστεύω, τότε προφανώς είναι «βλακεία». Αν κάτι πάλι δεν μπορεί να αποδειχθεί χρησιμοποιώντας τις υπάρχουσες γνώσεις, τότε είναι προϊόν «άγνοιας». Τέλος, αν κάτι δεν μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί με βάση την «κοινή λογική/πρακτική/γνώση», τότε δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ανοησία».

Για παράδειγμα, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η θεωρία της Σχετικότητας από τον Albert Einstein αντιμετωπίστηκε με αρκετό σκεπτικισμό και πληθώρα αρνητικών κριτικών από πολλούς – ακαδημαϊκούς (όχι μόνο από το χώρο της Φυσικής) και μη. Πολλοί πειραματικοί φυσικοί είδαν με κακό μάτι την απομάκρυνση της φυσικής από την «κοινή λογική» προς πιο αφηρημένα («α-νόητα») θεωρητικά κατασκευάσματα. Πολλοί επίσης ήταν αυτοί οι οποίοι δεν είχαν κατανοήσει το υπόβαθρο αλλά και την ίδια τη θεωρία, ή φοβήθηκαν ότι οι δραματικές αλλαγές που θα επέφερε πιθανή υιοθέτησή της θα τους οδηγούσε στο περιθώριο. Το 1931 μάλιστα, εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Hundert Autoren Gegen Einstein» (εκατό συγγραφείς κατά του Einstein), το οποίο ήταν μια συλλογή σύντομων δοκιμίων 28 συγγραφέων, παραθέσεων από το έργο 19 ακόμα συγγραφέων και μια λίστα ατόμων που κάποια στιγμή είχαν εκφράσει σχετικές επιφυλάξεις. Όταν ρωτήθηκε ο Αϊνστάιν ποια ήταν η γνώμη του για το βιβλίο, αυτός απάντησε: «Γιατί 100 συγγραφείς; Αν είχα κάνει λάθος, τότε ένας θα ήταν αρκετός!» Σήμερα, το βιβλίο αυτό θεωρείται ως γεμάτο «απλοϊκά» λάθη και «μη ηθελημένα αστείο».

Και κάτι ακόμα. Ο Joseph Degenhart, καθηγητής Ελληνικής Γραμματικής, κέρδισε την αθανασία χάρη στην πρόβλεψη του προς τον μαθητή του ότι «δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις τίποτε στη ζωή του» (nothing will ever become of you). Ο Einstein από την άλλη κατάφερε να πείσει έναν γιατρό να διαγνώσει ότι πάσχει από νευρασθενική εξάντληση και να του δώσει έτσι την ευκαιρία να εγκαταλείψει το καταπιεστικό Luitpold Gymnasium, στο οποίο όπως ο ίδιος αργότερα έγραψε, το πνεύμα της μάθησης και τη δημιουργικότητας είχε χαθεί προς χάρη της απόλυτης αποστήθισης.

Αρκετά χρόνια παλαιότερα, ο Charles Darwin με το βιβλίο του On the Origin of Species by Means of Natural Selection (γνωστό ως «Η καταγωγή των ειδών») είχε καταφέρει κι αυτός  να συγκεντρώσει πλήθος αρνητικών κριτικών, κυρίως από ανθρώπους που το παρερμήνευσαν ή δεν το είχαν καν διαβάσει.

ΥΓ: Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο, είναι ο «κατάλογος» των δημιουργικών ανθρώπων οι οποίοι εγκατέλειψαν – νωρίτερα ή αργότερα – το σχολείο (αγγλιστί school  dropouts) και μετέπειτα διέπρεψαν στη ζωή τους. Για παράδειγμα, ο Benjamin Franklin, ο οποίος όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Βικιπαιδεία ήταν «αξιόλογα πολυμαθής, διακεκριμένος συγγραφέας και τυπογράφος, θεωρητικός της πολιτικής, πολιτικός, επιστήμων, εφευρέτης, κοινωνικός ακτιβιστής, στρατιωτικός και διπλωμάτης» εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 10 ετών. O Thomas Edison πήγε σχολείο 3 μήνες όλους κι όλους (λέγεται ότι ο δάσκαλός του πίστευε ότι ο εγκέφαλός του ήταν «συγχυσμένος» και αναφερόταν σε αυτόν με την έκφραση «addled» – δηλ. κλούβιο αυγό).

O Mark Twain σταμάτησε το σχολείο στην πέμπτη δημοτικού, ο Charles Dickens το παράτησε στα 12, όπως άλλωστε και ο Abraham Lincoln. O Walt Disney άφησε το λύκειο όταν ήταν 16 ετών (του έδωσαν τιμητικό απολυτήριο όταν ήταν 58 ετών), όπως επίσης και ο πολυεκατομυριούχος και «σερ», Richard Branson.

Όσον αφορά άτομα τα οποία εγκατέλειψαν το κολέγιο ή το πανεπιστήμιο, η λίστα περιλαμβάνει πολλά γνωστά ονόματα δισεκατομμυριούχων όπως ο Steve Jobs, ο Bill Gates, ο Mark Zuckerberg, ο Michael Dell, και αρκετοί ακόμα…

Τέλος, η σχετική λίστα των ηθοποιών / μουσικών που παράτησαν κάποια στιγμή το σχολείο (αρκετοί από αυτούς ακόμα και το δημοτικό) είναι εξαιρετικά μεγάλη (George Bernard Shaw, Ray Charles, Michael Caine, Julie Andrews, Louis Armstrong, Peter Ustinov, Anthony Quinn, Sophia Loren, Charles Chaplin, Sean Connery, Robert De Niro, Gerard Depardieu και πάει λέγοντας…)

Εδώ υπάρχει μια αναλυτική λίστα η οποία περιλαμβάνει 765 ονόματα.