Monthly Archives: Ιουλίου 2014

13. Η Άγνοια είναι Δύναμη (3): Όταν τα λίγα είναι πολλά (και τα πολλά λίγα)…

Το 1999, οι Goldstein και Gigerenzer έγραψαν μια εργασία με τίτλο «The recognition heuristic: How ignorance makes us smart» (Ο ευρετικός κανόνας της αναγνώρισης: Πως η άγνοια μας κάνει έξυπνους). Η εργασία μελετά τον ευρετικό κανόνας της αναγνώρισης (recognition heuristic) σύμφωνα με τον οποίο αν πρέπει κανείς να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αντικείμενα ποιο έχει την μεγαλύτερη αξία σύμφωνα με κάποιο κριτήριο (π.χ., ψηλότερο, μεγαλύτερο, δυνατότερο), τότε, εάν το ένα αντικείμενο είναι αναγνωρίσιμο και το άλλο όχι, θα υποθέσει ότι αυτό έχει τη μεγαλύτερη αξία. Περιγράφεται επίσης ένα φαινόμενο με το όνομα “less-is-more effect” (τα λίγα είναι πολλά) όπου, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, άτομα με λιγότερες γνώσεις μπορούν να κάνουν πιο ακριβείς προβλέψεις από άτομα με περισσότερες γνώσεις. 

Στο πλαίσιο της εργασίας διεξήχθη το εξής πείραμα: Ρώτησαν φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο και του Πανεπιστημίου του Μονάχου ποια πόλη ανάμεσα στο Σαν Ντιέγκο και το Σαν Αντόνιο έχει περισσότερους κατοίκους, Μόλις το 62% των Αμερικανών φοιτητών απάντησε σωστά σε αντιδιαστολή με το εντυπωσιακό 100% των Γερμανών. Ο λόγος ήταν ότι όλοι οι Γερμανοί είχαν ακούσει στο παρελθόν για το Σαν Ντιέγκο, αλλά πολλοί από αυτούς δεν είχαν ξανακούσει για το Σαν Αντόνιο. Οπότε επέλεξαν (με βάση τον ευρετικό κανόνα της αναγνώρισης) το όνομα το οποίο είχαν ξανακούσει. Οι Αμερικανοί φοιτητές από την άλλη, γνωρίζοντας και τις 2 πόλεις, δεν ήταν αρκετά «ανίδεοι» ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τον ευρετικό κανόνα.

Σε ένα παλαιότερο πείραμα (1997) oi Ayton kai Önkal ζήτησαν από 50 Τούρκους και 54 Βρετανούς φοιτητές να κάνουν προβλέψεις σχετικά με τα αποτελέσματα των 32 αγώνων ποδοσφαίρου του Αγγλικού κυπέλλου. Παρόλο που οι Τούρκοι είχαν από ελάχιστες ως καθόλου γνώσεις σχετικά με τις Αγγλικές ομάδες προέβλεψαν σωστά σε ποσοστό 63%, έναντι του ελάχιστα καλύτερου 66% των Βρετανών. Η βασική ιδέα εδώ ήταν ότι οι περισσότερες Αγγλικές ομάδες έχουν το όνομα της πόλης όπου εδρεύουν. Συνήθως οι μεγαλύτερες πόλεις (και άρα πιο γνωστές) έχουν και καλύτερες ομάδες. Μάλιστα, περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι ανάμεσα στα ζευγάρια όπου οι φοιτητές γνώριζαν μόνο τη μία από τις δύο ομάδες, επέλεγαν τη γνωστή σε ποσοστό 95%.

Μια αξιοπερίεργη ιδιότητα του ευρετικού κανόνα της αναγνώρισης είναι το  “less-is-more effect” (φαινόμενο «τα λίγα είναι πολλά»). Φανταστείτε 3 αδέρφια που πρέπει να περάσουν ένα διαγώνισμα το οποίο περιλαμβάνει ερωτήσεις με 2 εναλλακτικές απαντήσεις σχετικά με το μέγεθος των 50 μεγαλυτέρων πόλεων της Γερμανίας. Ο μικρότερος δεν γνωρίζει καμία πόλη, ο μεσαίος έχει ακούσει για 25 από αυτές (οι οποίες είναι στο 80% των περιπτώσεων μεγαλύτερες από αυτές που δεν έχει ακούσει ποτέ), ενώ ο μεγαλύτερος έχει ακούσει για όλες. Επίσης, αν ένας αδελφός γνωρίζει και τις 2 πόλεις/απαντήσεις σε μια ερώτηση έχει 60% πιθανότητα να απαντήσει σωστά. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία αυτά για την επίλυση μιας εξίσωση που περιλαμβάνεται στην εργασία, προκύπτει ότι ο μεσαίος αδελφός θα πάρει την καλύτερη βαθμολογία (67.5%),ενώ ο μεγάλος που ξέρει περισσότερα 60% (ο μικρότερος απαντά στην τύχη θα πάρει 50%).

Για να πειραματιστούν στην πράξη, οι Goldstein και Gigerenzer αρχικά έγραψαν ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή στον οποίο «μάθαιναν» τα ονόματα Γερμανικών πόλεων και στη συνέχεια έπρεπε να απαντήσει στο κουίζ με τις 2 απαντήσεις. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του φαινομένου «τα λίγα είναι πολλά». Στη συνέχεια, υπέβαλαν 52 φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο σε ένα κουίζ σχετικά με τις 22 μεγαλύτερες πόλεις της Αμερικής και σε άλλο ένα σχετικά με τις 22 μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας. Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν ότι οι φοιτητές απάντησαν κατά μέσο όρο 71% σωστά σχετικά με τις Αμερικάνικές πόλεις, ενώ 73% σχετικά με τις Γερμανικές!

Τον Μάη του 2009, το BBC αποφάσισε να υποβάλει σε δοκιμασία το φαινόμενο «τα λίγα είναι πολλά» και στο πρόγραμμα του Radio 4 με τίτλο “More or less” ρωτώντας τους ακροατές στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο αν το Ντιτρόιτ ή το Μιλγουόκι έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό.  Στη Νέα Υόρκη απάντησε σωστά το 65%, ενώ στο Λονδίνο το 85%!

Σε μια πιο πρόσφατη εργασία τους (2011) με τίτλο «The recognition heuristic: A decade of research» οι Goldstein και Gigerenzer συζητούν και αναλύουν θέματα και περαιτέρω έρευνα που προέκυψε από την αρχική τους εργασία, απαντούν σε κριτική που έχουν δεχτεί και θέτουν νέα ερωτήματα, αλλά και επιβεβαιώνουν τις εντυπωσιακές δυνατότητες πρόβλεψης που προσφέρει ο ευρετικός κανόνας της αναγνώρισης.

Ένας χώρος που γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη αυτού του κανόνα είναι το Μάρκετινγκ και για το λόγο αυτό οι εταιρίες ενδιαφέρονται περισσότερο να γίνεται γνωστό το όνομά τους (brand name) από ότι τα ίδια τους τα προϊόντα. Για τον ίδιο λόγο, στις εκλογές τα περισσότερα κόμματα σπεύδουν να προσθέσουν στα ψηφοδέλτιά τους ηθοποιούς, τραγουδιστές, αθλητές και τηλεπερσόνες, αφού την «ώρα της κρίσης» δεν είναι λίγοι αυτοί που – μην έχοντας άλλα στοιχεία στη διάθεσή τους -εναποθέτουν την απόφασή τους στον ευρετικό κανόνα της αναγνώρισης….

 

Σχετικά άρθρα:

  • Goldstein, D. G. and Gigerenzer, G. The recognition heuristic: How ignorance makes us smart. In G. Gigerenzer, et al. Simple heuristics that make us smart. Oxford University Press (1999), 36-58
  • Gigerenzer, G., & Goldstein, D.G. (2011). “The recognition heuristic: A decade of research,”Judgment and Decision Making, Vol. 6, No. 1, January 2011, pp. 100–121.

12. Μια γλαύκα, μα ποια γλαύκα… (ή, Άλλα τα μάτια του μπούφου κι άλλα της κουκουβάγιας)

Όπως έχω γράψει και σε προηγούμενο άρθρο, το τι μπορεί να χαρακτηριστεί «βλακεία» και τι «ευφυές» είναι πολλές φορές εντελώς σχετικό. Συχνά δε, ο χαρακτηρισμός αυτός ενδέχεται να μεταβάλλεται ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο. Πέρα από τη σφαίρα των ιδεών, το φαινόμενο αυτό μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο επίπεδο του συμβολισμού. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της κουκουβάγιας.

Η Αθηνά κρατά μια περικεφαλαία και ένα δόρυ, ενώ δίπλα της πετά μια κουκουβάγια (περ. 490–480 πΧ). The Metropolitan Museum of Art. (Πηγή: Wikimedia)

Όπως λίγο-πολύ γνωρίζουμε όλοι, στην αρχαία Ελληνική μυθολογία η Αθηνά  ήταν η θεά της σοφίας. Σύμβολό της (αλλά και μια μεταμόρφωσή της, σύμφωνα με ορισμένους) ήταν η κουκουβάγια ή  γλαύξ (αιτ. γλαῦκα) στα αρχαία ελληνικά. Η Αθηνά αναφέρεται συχνά από τον Όμηρο ως Γλαυκώπις, δηλ. γαλανομάτα / αυτή η οποία έχει σπινθηροβόλο βλέμμα. Η κουκουβάγια διαθέτει σπινθηροβόλο βλέμμα, καθώς επίσης και την ικανότητα να βλέπει στο σκοτάδι (δηλ. αυτά που οι άλλοι δε μπορούν – την αθέατη πλευρά των πραγμάτων). Γι΄αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες την επέλεξαν ως σύμβολο της σοφίας, ενώ οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κοσμεί τη μία πλευρά των νομισμάτων τους (στην άλλη πλευρά ήταν η προτομή της Αθηνάς) από τον 6ο αιώνα πΧ και για τα επόμενα 400 χρόνια. Τα νομίσματα με την κουκουβάγια έμειναν γνωστά στην ιστορία ως «Αθηναϊκές Γλαύκες», έθεσαν τους βασικούς κανόνες της νομισματοκοπίας και αποτέλεσαν τη βάση των συναλλαγών σε ολόκληρο τον τότε κόσμο (κάτι δηλ. σαν το δολάριο της αρχαιότητας). Πολλούς αιώνες αργότερα, η γλαύκα εμφανίστηκε και πάλι στη μια όψη της σύγχρονης δραχμής, και μετέπειτα στο ελληνικό νόμισμα του 1 ευρώ.

Ασημένιο Αθηναϊκό τετράδραχμο, περ. 480–420 πΧ. (Πηγή: Wikimedia)

Όμως δεν συμμερίζεται όλος ο πλανήτης τον ενθουσιασμό των αρχαίων Ελλήνων για την κουκουβάγια. Σε αρκετές χώρες της Άπω Ανατολής η κουκουβάγια θεωρείται σύμβολο της βλακείας. Η Ολλανδική λέξη «uilskuiken» («νεοσσός κουκουβάγιας») χρησιμοποιείται ως προσβλητικός χαρακτηρισμός, συνώνυμος του βλάκα, ενώ υπάρχει κι ένα Ολλανδικό ρητό το οποίο λέει «τι χρησιμότητα έχουν ένα κερί και τα γυαλιά, αν η κουκουβάγια αρνείται να δει;»

Κατά το  Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι κουκουβάγιες θεωρούνταν χαζές και ενίοτε διαβολικές βοηθοί των μαγισσών (επειδή προτιμούν το σκοτάδι από το φως) και αναπαρίστανται σε πολλούς πίνακες του Hieronymus Bosch ως σύμβολα της βλακείας ή/και του κακού. 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα με τίτλο The Garden of Earthly Delights του Hieronymus Bosch (μετ. 1490 – 1510)

Το χειρόγραφο ζωολόγιο του Aberdeen (Aberdeen Bestiary) του 12ου αιώνα, αναφέρει σχετικά με την κουκουβάγια: «Η κουκουβάγια συμβολίζει όλους αυτούς που έχουν παραδοθεί στο σκοτάδι της αμαρτίας και αυτούς που φεύγουν μακριά από το φως της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως ένα από τα ακάθαρτα πλάσματα στο Λευιτικό. Κατά συνέπεια, μπορούμε θεωρήσουμε ότι η κουκουβάγια συμβολίζει κάθε είδους αμαρτωλό.» (και συνεχίζει με διάφορα άλλα ωραία κι ενδιαφέροντα…)

Η σελίδα από το ζωολόγιο του Aberdeen για την κουκουβάγια.

Το έργο «Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» (μετ. 1797-1799) του Ισπανού ζωγράφου και χαράκτη Francisco Goya (1746 – 1828), αναπαριστά τον ίδιο να ακουμπάει το κεφάλι του σε ένα τραπέζι, καθώς κουκουβάγιες και νυχτερίδες τον περικυκλώνουν ενώ καλύπτει το κεφάλι με τα χέρια του. Τον 18ο αιώνα στην Ισπανία, η κουκουβάγια ήταν σύμβολο της ανοησίας, της βλακείας και της βρωμιάς.

Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα (μετ. 1797-1799) του Ισπανού ζωγράφου και χαράκτη Francisco Goya (1746 – 1828) [Πηγή: Wikimedia]

Βέβαια, δεν είναι μόνο «άλλοι» λαοί που υποτίμησαν την κουκουβάγια, την οποία οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τόσο πολύ αγάπησαν. Αν και σήμερα η λέξη «γλαύκα» περιγράφει κάθε μέλος της βιολογικής τάξης Γλαυκόμορφα (Strigiformes), η οποία περιλαμβάνει περίπου 200 είδη, στην αρχαία Ελλάδα η «γλαύκα» (όπως αντίστοιχα στη σύγχρονη Ελλάδα η λέξη «κουκουβάγια») ταυτιζόταν με το είδος Μικρή Κουκουβάγια, η οποία επιστημονικά ονομάζεται Αθηνά η νυκτία (Athene noctua), έχει κίτρινα μάτια,  ύψος γύρω στα 22 εκ. και βάρος μόλις 180 γραμμάρια. Αυτό είναι προφανές από τις αναπαραστάσεις του πουλιού που υπάρχουν τόσο στα αρχαία νομίσματα όσο και στα αγγεία.

Μικρή Κουκουβάγια, Athene noctua (Πηγή: Wikimedia)

Υπάρχει όμως άλλη μια «γλαύκα», μεγαλύτερη σε μέγεθος (ύψος γύρω στα 70 εκ. – το μεγαλύτερο νυχτόβιο αρπακτικό της Ευρώπης). Η κοινή της ονομασία είναι «Μπούφος» (επιστημονική ονομασία Bubo) και παρόλο που επίσης έχει σπινθηροβόλο βλέμμα και βλέπει και κυνηγά στο σκοτάδι, το όνομά της στη σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί συνώνυμο του βλάκα (ίσως γιατί τη μέρα παραμένει ακίνητη, με μισάνοιχτο στόμα κι ένα ελαφρώς «μπλαζέ» βλέμμα). Οι ουσιαστικές διαφορές του «βλάκα» μπούφου από την «σοφή» κουκουβάγια (εκτός από το μέγεθος φυσικά) είναι ότι, αντί για κίτρινα, τα μάτια του είναι πορτοκαλιά και φέρει δυο χαρακτηριστικούς θυσάνους φτερών στα αυτιά του.

Μπούφος (Πηγή: Wikimedia)

Παρατηρώντας τις διαφορές ανάμεσα στη Μικρή Κουκουβάγια και τον Μπούφο, πιστεύω ότι είναι προφανές πως η Αθηναϊκή Γλαύκα είναι σίγουρα η πρώτη (φανταστείτε την Αθηνά με ένα πουλί 70 πόντους να κάθεται στον ώμο της…). Από την άλλη, φαίνεται ότι αρκετοί σύγχρονοι γραφίστες δεν έχουν εντρυφήσει αρκετά στο θέμα, δημιουργώντας – άθελά τους – εικαστικά αποτελέσματα με ενδιαφέροντες συμβολισμούς.

Ο Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ), ο  οποίος καταργήθηκε το 2012, ήταν υπεύθυνος για την έκδοση όλων των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού, του Γυμνασίου, του Λυκείου και διαφόρων σχολών. Αυτό που μαθαίναμε στο σχολείο (και αναφέρεται επίσης στο σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας) είναι ότι το σήμα των βιβλίων του ΟΕΔΒ ήταν η κουκουβάγια. Όμως (όπως παρατήρησε και ο  δάσκαλος Γιώργιος Τρούλης στα Ρεθεμνιώτικα Νέα, 10/03/2010) αν δει ξανά κανείς το σήμα  υπό το φως των παραπάνω πληροφοριών, ενδέχεται να καταλήξει σε ένα λίγο διαφορετικό συμπέρασμα.

Η ίδια «κουκουβάγια» (αλλά με μεγαλύτερη σχεδιαστική λεπτομέρεια, η οποία βοηθά ακόμα περισσότερο στον προσδιορισμό του είδους της) απεικονίζεται στο έμβλημα της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ)  του Στρατού Ξηράς, ενώ στην ιστοσελίδα όπου περιγράφεται το έμβλημα, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Σύμπλεγμα κουκουβάγιας και διπλού πέλεκυ. Συμβολίζει τη μάθηση και τη γνώση (κουκουβάγια, σύμβολο των γραμμάτων και της σοφίας κατά την αρχαιότητα)»«. Άραγε ο γραφίστας είχε πάρει τιμητική άδεια για το «επίτευγμά» του;

Στο πρόγραμμα Γλαύκα, μια διαδικτυακή εφαρμογή για παιδιά με θέμα την αποκατάσταση των μνημείων της Ακρόπολης που αναπτύχθηκε από τον Τομέα Ενημέρωσης & Εκπαίδευσης της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης, πρωταγωνιστής είναι η Γλαύκα, ένα ιπτάμενο ρομπότ. Μόνο που, κατά τα φαινόμενα, η Γλαύκα ίσως να μην είναι και τόσο γλαύκα τελικά… (έχει όμως κίτρινα μάτια!) Αν μη τι άλλο, δεν μπορεί να προσάψει κανείς στους δημιουργούς της εφαρμογής ότι «κομίζουν γλαύκα ες Αθήνας». Μπούφο όμως;

Τέλος, η εφημερίδα LiFO στο editorial της 10/9/2007 με τίτλο «Nα σας συστήσουμε τον Τέλη!»  παρουσιάζει με καμάρι το νέο της λογότυπο τον Τέλη, «μια αθηναϊκή γλαύκα για την ακρίβεια» η οποία επιλέχθηκε με «σημείο αναφοράς το παλιό σήμα του ΟΕΔΒ»:

(Για να είμαι πάντως δίκαιος, πολλά από τα προσχέδια του γραφίστα που δεν επιλέχθηκαν ήταν όντως αθηναϊκές γλαύκες).

11. Το Ψυγείο της Βλακείας

«Ο άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα, οπλισμένος με βλακεία και καλή πέψη» είχε πει κάποτε ο Charles Dickens (1812 -1870). Βέβαια, το τι αποτελεί βλακεία και τι όχι είναι κάτι το οποίο είναι πολλές φορές εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσει κανείς. Γι’ αυτό άλλωστε σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις όπου βλακώδεις ιδέες κρίθηκαν ως ευφυείς καθώς και το αντίστροφο, ακόμη μάλιστα και από ανθρώπους που θεωρούνταν διανοητικά προικισμένοι.

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα:

  • Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο κεφάλαιο του «Περί τα ζώα ιστοριών» (350 π.Χ.), αναφέρει ότι «χουσι δ πλείους ο ρρενες τν θηλειν δόντας κα ν νθρώποις κα π προβάτων κα αγν κα ὑῶν» (δηλ. τα αρσενικά έχουν περισσότερα δόντια από τα θηλυκά, στην περίπτωση των ανθρώπων, των προβάτων, των αιγών και των χοίρων).

Χαρακτηριστικά του προσώπου ενός αρσενικού βλάκα (σύμφωνα με τον φυσιογνωμιστή J.C. Lavater)

  • Τον 18ο αιώνα άνθισε ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους η «επιστήμη» της «Φυσιογνωμικής«, σύμφωνα με την οποία μπορούσε κανείς να κρίνει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα ενός ατόμου με βάση την εξωτερική του εμφάνιση και κυρίως με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Μάλιστα συγγραφείς όπως ο  Balzac, ο Chaucer, ο Dickens, ο Hardy, και η Brontë χρησιμοποιούν στοιχεία της φυσιογνωμικής για να περιγράψουν τους χαρακτήρες τους.

  • Τη δεκαετία του 1930 στο Λονδίνο ήταν της μόδας τα «κλουβιά για μωρά» που κρεμούσε κανείς έξω από το παράθυρό του κι έβαζε μέσα το μωρό του για να παίρνει καθαρό αέρα και ήλιο!

Εδώ το σχετικό (διθυραμβικό) βιντεάκι στο YouTube:

Τέλος, τον Απρίλη του 1975, ο Gary Dahl, ένας διαφημιστής από τον Καλιφόρνια, μετά από μια συζήτηση σε ένα μπαρ με φίλους του που παραπονιόταν για τα κατοικίδιά τους, αποφάσισε να δημιουργήσει και να πουλήσει το τέλειο κατοικίδιο, το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πέτρα. Βάφτισε το προϊόν «Pet Rock» και η συσκευασία του (ένα χαρτόκουτο με τρύπες για να «αναπνέει» το κατοικίδιο) περιελάμβανε μια σκέτη γκρι πέτρα (από μάντρα οικοδομικών υλικών), λίγο άχυρο και ένα εγχειρίδιο 32 σελίδων σχετικά με τη φροντίδα και την εκπαίδευση(!) του κατοικίδιου (π.χ., πως να του μάθετε να υπακούσει σε εντολές όπως «μείνε», «κάτσε», «επίθεση», κλπ.). Η μόδα του Pet Rock κράτησε μόνο έξι μήνες, μέσα στους οποίους όμως πουλήθηκαν γύρω στο 1,5 εκατομμύρια κομμάτια (στην τιμή των $3.95 και με ελάχιστο κόστος παραγωγής), οπότε και ο Dahl έγινε πολυεκατομυριούχος.

Αρκετά λεξικά ορίζουν τη βλακεία ως την έλλειψη ευφυΐας. Στην ουσία, η μόνη μεταξύ σχέση τους αποτελεί το γεγονός ότι και οι δύο είναι ασαφείς, υποκειμενικές, έννοιες που αλλάζουν συνεχώς στο χώρο και στο χρόνο, ενώ συνήθως σχηματίζονται από κάποιο είδος «πλειοψηφίας» – κάτι συχνά θεωρείται ότι είναι «βλακεία», αν έρχεται σε αντίθεση με τη κοινή πρακτική, γνώση ή λογική. «Αν η βλακεία δεν ήταν τόσο παρόμοια με την πρόοδο, την ικανότητα, την ελπίδα και τη βελτίωση, τότε κανείς δεν θα ήθελε να είναι βλάκας», σημειώνει ο Αυστριακός συγγραφέας Robert Musil στην ομιλία του με τίτλο «Περί βλακείας» που έδωσε στη Βιέννη τον Μάρτιο του 1937 (στα ελληνικά η ομιλία υπάρχει στο βιβλίο με τίτλο «Περί βλακείας», από τις εκδόσεις Ολκός).

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη μέθοδος την οποία να μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς προκειμένου να μπορεί να διαχωρίσει μια ιδέα η οποία φαίνεται να είναι «βλακεία» γιατί είναι πολύ μπροστά από την εποχή της, από μια ιδέα η οποία ακούγεται βλακώδης γιατί όντως είναι.

Γενικά λοιπόν είναι καλύτερα κανείς να μην απορρίπτει μονομιάς βλακώδεις ιδέες ή και τα πρόσωπα που τις πρότειναν. Αντ’ αυτού καλό είναι να φυλάσσονται για μελλοντική αναφορά, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν – αν και όταν – έρθει η ώρα τους, ή σε περίπτωση που οτιδήποτε άλλο αποτύχει. Επιπλέον, καθώς ο κόσμος αλλάζει, υπάρχει μια πιθανότητα μια «πρώην» βλακώδης ιδέα να μεταλλαχθεί  – δίχως καμία τροποποίηση – σε ιδιοφυή.

Όμως ακόμη και οι «πραγματικά» βλακώδεις ιδέες δεν είναι και τόσο κακές. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως «πρώτη ύλη» για δημιουργική ή πλάγια σκέψη, ενώ ορισμένες φορές μια κακή ιδέα είναι στην πραγματικότητα μια καλή ιδέα που απλά χρειάζεται λίγο «χτένισμα». Επίσης, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που έχουν την εξαιρετική ικανότητα να μετατρέπουν τις κακές ιδέες σε καλές (αλλά, δυστυχώς, πολλοί περισσότεροι που μπορούν να επιτύχουν αβίαστα το αντίθετο).

Όπως και τα όνειρα, όλα τα είδη των ιδεών – καλές, κακές ή αδιάφορες – είναι κατασκευασμένα από το ίδιο υλικό – την ανθρώπινη διάνοια – το οποίο αποτελεί ένα πολύ ισχυρό εγκεφαλικό διεγερτικό. Έτσι λοιπόν, σαν τα κουνέλια, όσο πιο πολλές ιδέες εκτρέφει κανείς, τόσο περισσότερες αναπαράγονται. Και, αν συνήθως λένε ότι η ποσότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και ποιότητα, στο χώρο των ιδεών η ιστορία έχει αποδείξει ότι όσο πιο πολλές, τόσο καλύτερα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα προτεινόμενο εργαλείο δημιουργικής σκέψης είναι ένα «ψυγείο της βλακείας», μέσα στο οποίο θα μπορεί κανείς να συλλέγει «βλακώδεις» ιδέες και να τις διατηρεί πάντα φρέσκες, δίχως να μπορούν να «μολύνουν» η μία την άλλη. Κάθε τόσο, ή όποτε προκύπτει σχετική ανάγκη, θα μπορεί να ανοίγει την πόρτα του ψυγείου και να ελέγχει αν έχει έρθει η ώρα να ξεπαγώσει κάποια από τα περιεχόμενά του, ή απλά και μόνο για να εμπνευστεί.

stupidity_fridge

Το ψυγείο της βλακείας

10. Η Άγνοια είναι Δύναμη (2): Όταν η λύση «έξω-από-το-κουτί» είναι … το κουτί

Το 1926, ο Karl Duncker (1903 – 1940), στο πλαίσιο της διατριβής για το Μάστερ του στον τομέα της γνωστικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Clark της Μασαχουσέτης, παρουσίασε ένα πείραμα σχετικά με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων τον οποίο έμεινε στην ιστορία ως «το πρόβλημα του Duncker με το κερί’«. Το πείραμα λίγο-πολύ είχε ως εξής: Πάνω σε ένα τραπέζι υπήρχε ένα κουτί που περιείχε ένα κερί, μερικές πινέζες και σπίρτα. Ο Duncker ζητούσε από τους συμμετέχοντες να ανάψουν το κερί με τα σπίρτα και στη συνέχεια να προσπαθήσουν να το στερεώσουν στον τοίχο πάνω από το τραπέζι δίχως όμως να στάζει στην επιφάνεια του τραπεζιού.

candleBox1

Αυτό που παρατήρησε ο Duncker ήταν ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες προσπαθούσαν να στερεώσουν το κερί στον τοίχο χρησιμοποιώντας τις πινέζες ή λιώνοντάς το. Πολύ λίγοι από αυτούς σκέφτονταν να χρησιμοποιήσουν το κουτί ως «κηροπήγιο» και στη συνέχεια να το στερεώσουν στον τοίχο με τις πινέζες.

candleBox2

Ο Duncker ονόμασε το φαινόμενο αυτό «λειτουργική ακαμψία» (functional fixedness) και το περιέγραψε ως μια «νοητική προκατάληψη η οποία αποτρέπει ένα άτομο από το να χρησιμοποιήσει ένα γνωστό αντικείμενο με νέους τρόπους».

Ο Duncker επινόησε 2 επιπλέον πειράματα (ένα με 3 σχοινιά και ένα με συνδετήρες), τα οποία περιγράφονται συνοπτικά  στο άρθρο του Adamson με τίτλο Functional Fixedness as related to problem solving: A repetition of three experiments). Ο Adamson επανέλαβε τα 3 πειράματα του Duncker σε καλύτερα ορισμένες πειραματικές συνθήκες και κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα, αλλά επίσης παρατήρησε ότι η αδυναμία παραγωγής εναλλακτικών λύσεων μειώνεται σημαντικά όταν τα αντικείμενα που αποτελούν μέρος της λύσης δεν χρησιμοποιούνται ήδη όταν πρωτοπαρουσιάζονται (π.χ., το κουτί παρουσιάζεται κενό – ξεχωριστά από τα υπόλοιπα αντικείμενα – δίχως να προϊδεάζεται η χρήση τους ως δοχείο).

To 2000,  οι German και Defeyter σε ένα άρθρο τους στο περιοδικό Psychonomic Bulletin & Review με τίτλο «Immunity to functional fixedness in young children» (Ατρωσία των μικρών παιδιών στη λειτουργική ακαμψία) έδειξαν ότι ενώ τα παιδιά ηλικίας 6-7 ετών παρουσιάζουν αντίστοιχα «προβλήματα» λειτουργικής ακαμψίας με τους ενήλικες, τα παιδιά των 5 ετών είναι εντελώς «άτρωτα» στο φαινόμενο αυτό και δεν επηρεάζονται από το εάν το αντικείμενο της λύσης χρησιμοποιείται ήδη όταν παρουσιάζεται σε αυτά ή όχι. Μάλιστα, οι επιδόσεις τους όταν το αντικείμενο χρησιμοποιείται ήδη είναι καλύτερες από αυτές των μεγαλύτερων παιδιών.

Μια ενδιαφέρουσα έκφανση του φαινομένου – ιδιαίτερα για όσους ασχολούνται με τη σχεδίαση και την εκπαίδευση – παρουσιάζεται σε ένα άρθρο του 2005 των Chrysikou και Weisberg με τίτλο «Following the Wrong Footsteps: Fixation Effects of Pictorial Examples in a Design Problem-Solving Task«. Το άρθρο αυτό περιγράφει δύο πειράματα που εξετάζουν κατά πόσο η παρουσίαση εικονογραφικών παραδειγμάτων σε συνδυασμό με γραπτές οδηγίες σχετικά με ένα σχεδιαστικό πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσουν φαινόμενα «σχεδιαστικής ακαμψίας» σε φοιτητές με μικρή σχεδιαστική εμπειρία. Τα σχετικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι φοιτητές παρόλο που μελετούσαν τις οδηγίες, συνήθως ακολουθούσαν τα εικονογραφικά παραδείγματα ακόμα και όταν αυτά περιλάμβαναν στοιχεία τα οποία στην περιγραφή του προβλήματος αναφέρονταν ρητά ως προβληματικά. Το καλό πάντως είναι ότι όταν παρέχονταν ρητές οδηγίες σχετικά με την αποφυγή των χαρακτηριστικών αυτών των εικονογραφικών παραδειγμάτων, τότε η «ακαμψία» μειωνόταν σημαντικά.

Και τέλος, για ένα σύντομο διαλειμματάκι από τη λειτουργική ακαμψία μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά στα παρακάτω άρθρα:

Everyday items used to make creative illustrations by artist Javier Perez

99 Extraordinary, Creative and Unusual Uses for Ordinary and Everyday Objects

Top 17 Most Creative Uses From Ordinary Household Items

35 Lifechanging Ways To Use Everyday Objects

 

50 Creative Ways to Repurpose, Reuse and Upcycle Old Things

Σχετικά άρθρα:

  • Adamson, R.E. (1952). Functional Fixedness as related to problem solving: A repetition of three experiments. Journal of Experimental Psychology, 44, 288-291.
  • Chrysikou, Evangelia G.; Weisberg, Robert W. Following the Wrong Footsteps: Fixation Effects of Pictorial Examples in a Design Problem-Solving Task. Journal of Experimental Psychology: Learning, Memory and Cognition, Vol 31(5), Sep 2005, 1134-1148.
  • Duncker, K. (1945). On problem solving. Psychological Monographs, Vol. 58, No. 270, American Psychological Association
  • German, T.P., and Defeyter, M.A. Immunity to functional fixedness in young children. Psychonomic Bulletin & Review, December 2000, 7(4), 707-712