7. Alexander Graham Bell: Χαμένος (αλλά και κερδισμένος) στη μετάφραση…

Ο Alexander Graham Bell από την ηλικία των 18 ετών πειραματιζόταν με τη μετάδοση του ήχου. Κάποια στιγμή συνέταξε μια σύντομη αναφορά και την έστειλε στον Alexander John Ellis, έναν συνάδελφο του πατέρα του, ο οποίος ήταν μαθηματικός και φιλόλογος (!), πολύ γνωστός για τη δουλειά του στο πεδίο της Φωνητικής. Ο Ellis απάντησε στον Bell ότι τα πειράματα που ανέφερε ήταν συναφή με δουλειά η οποία ήδη διεξαγόταν στη Γερμανία και του έστειλε μάλιστα ένα αντίγραφο της διατριβής του Hermann von Helmholtz με τίτλο «Die Lehre von den Tonempfindungen als physiologische Grundlage für die Theorie der Musik» (Επί της αίσθησης του τόνου ως φυσιολογική βάση της θεωρίας της μουσικήςεδώ στα Αγγλικά).

Ο Alexander Graham Bell μιλάει στο τηλέφωνο. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Bell καταρχάς απογοητεύτηκε όταν έμαθε πως αυτό που θεωρούσε ως καινοτόμες δικές του ιδέες, είχαν ήδη εφαρμοστεί την πράξη από κάποιον άλλο, αλλά δεν το έβαλε και κάτω. Αποφάσισε λοιπόν να κάνει κάτι λιγότερο φιλόδοξο από το αρχικό του σχέδιο και να επεκτείνει τη δημοσιευμένη δουλειά του Helmholtz.

Ένας συντονιστής Helmholtz. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Helmholtz στο κείμενό του υποστήριζε ότι ήταν δυνατόν οι ήχοι των φωνηέντων να παραχθούν χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ηλεκτρικών διαπασών και αντηχείων. O Bell όμως, καθώς αφενός δεν γνώριζε Γερμανικά και αφετέρου είχε στο μυαλό του αυτό που ο ίδιος προσπαθούσε να επιτύχει, έβγαλε το (λανθασμένο) συμπέρασμα ότι ο Helmholtz είχε κατασκευάσει ένα μηχάνημα το οποίο όχι μόνο παρήγαγε, αλλά επίσης μετέδιδε τους ήχους των φωνηέντων. Έτσι, αποφάσισε να πειραματιστεί με κάτι το οποίο έδειχνε να είναι απόλυτα εφικτό – να επεκτείνει τις δυνατότητες του μηχανήματος ώστε να μπορεί να μεταδίδει και άλλους ήχους (π.χ., σύμφωνα).

Αυτό το λάθος τελικά τον οδήγησε στην εφεύρεση του τηλεφώνου και όπως αργότερα παραδέχτηκε: «Δίχως να γνωρίζω πολλά σχετικά με το θέμα, πίστεψα ότι εάν ο ήχος των φωνηέντων μπορούσε να παραχθεί με ηλεκτρικά μέσα, τότε θα μπορούσαν να παραχθούν αντίστοιχα και τα σύμφωνα, και ο αρθρωμένος λόγος… Νόμιζα ότι ο Helmholtz το είχε ήδη καταφέρει … και ότι αποτυχία μου οφειλόταν μόνο στην άγνοια μου σχετικά με τον ηλεκτρισμό. Ήταν μια πολύτιμη γκάφα … Μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Αν μπορούσα να διαβάσω Γερμανικά εκείνη την εποχή, ίσως να μην είχα ξεκινήσει τα πειράματά μου!» [Πηγή: Shulman,S. The Telephone Gambit: Chasing Alexander Graham Bell’s Secret. W. W. Norton & Company  (2008), 48]

Όπως και στις περιπτώσεις του Orson Welles και του George Bernard Dantzig,  υπάρχουν φορές όπου η άγνοια μπορεί να προσφέρει αυτοπεποίθηση και να λειτουργήσει εκ των υστέρων ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: κάτι το οποίο το συγκεκριμένο άτομο  (λόγω της άγνοιας του) νόμιζε αρχικά ότι ήταν εφικτό ενώ αυτοί που «γνώριζαν» θεωρούσαν ότι δεν ήταν, τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν!

ΥΓ: Μια μικρή ιστορία σχετικά με το τηλέφωνο, η οποία αποδεικνύει ότι το τι θεωρείται ως «βλακεία» (κακή ιδέα) και τι όχι είναι καθαρά υποκειμενικό (και συχνά πέρα για πέρα λάθος) είναι η ακόλουθη. Το 1876, ο William Orten ήταν πρόεδρος της Western Union, η οποία κατείχε το μονοπώλιο της τότε πιο προηγμένης διαθέσιμης τεχνολογίας επικοινωνιών, του τηλέγραφου. Στον Orten προσφέρθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια νέα εφεύρεση, το τηλέφωνο, για $100.000 (σημερινή αξία περίπου 2 εκ. δολάρια). Αυτός θεώρησε την όλη ιδέα γελοία, και μάλιστα έγραψε απευθείας στον Alexander Graham Bell, λέγοντας: «Μετά από προσεκτική εξέταση της εφεύρεσής σας, ενώ είναι ένας πολύ ενδιαφέρον νεωτερισμός, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει εμπορικές δυνατότητες… Τι χρησιμότητα θα μπορούσε να έχει ένα ηλεκτρικό παιχνίδι για την εταιρεία μας;» Δύο χρόνια αργότερα, αφού η χρήση του τηλεφώνου είχε αρχίσει να εξαπλώνεται με ραγδαίους ρυθμούς, ο Orten συνειδητοποίησε το μέγεθος του λάθους του και για χρόνια προσπαθούσε (ανεπιτυχώς) να προσβάλλει τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας του Bell.