Monthly Archives: Μαΐου 2014

6. George Bernard Dantzig: Μαθηματική (δι)ά[γ]νοια

To 1939, o George Bernard Dantzig (ο ποίος σήμερα θεωρείται ως ο «πατέρας» του  Γραμμικού Προγραμματισμού) ήταν διδακτορικός φοιτητής στο πανεπιστήμιο του Berkeley,  στον τομέα της Στατιστικής.

Ένα πρωί έφτασε καθυστερημένος στην τάξη και είδε δύο προβλήματα γραμμένα στον πίνακα. Υποθέτοντας ότι είναι εργασίες για το σπίτι, τα αντέγραψε και επέστρεψε σπίτι. Μετά από μερικές μέρες, επισκέφθηκε το γραφείο τού επιβλέποντα καθηγητή του και αφού απολογήθηκε που του πήρε τόσο πολύ για να παραδώσει τις εργασίες (γιατί τα προβλήματα του είχαν φανεί σχετικά δυσκολότερα από άλλες φορές) τον ρώτησε αν μπορούσε ακόμη να τις δώσει. Ο καθηγητής τού είπε να τις αφήσει πάνω στο γραφείο του (πάνω στο οποίο παρεμπιπτόντως υπήρχαν αρκετές στοίβες εργασιών και φαινόταν αρκετά πιθανό να χαθούν για πάντα).

Έξι εβδομάδες αργότερα, ένα Κυριακάτικο πρωί γύρω στις 8, η γυναίκα του Dantzig ξύπνησε από κάποιον που κτυπούσε επίμονα την εξώπορτα. Ήταν ο επιβλέπων καθηγητής, ο οποίος μπήκε ενθουσιασμένος στο σπίτι λέγοντας: «Έχω γράψει μια εισαγωγή για τις εργασίες σου. Ρίξε μια ματιά για να τις στείλουμε για δημοσίευση.» Τότε, ο έκπληκτος Dantzig ανακάλυψε ότι αυτό που θεωρούσε ως «εργασίες για το σπίτι», ήταν στην πραγματικότητα δύο παραδείγματα προβλημάτων της Στατιστικής για τα οποία ως τότε δεν υπήρχε απόδειξη! Ένα χρόνο αργότερα, οι λύσεις των δύο αυτών προβλημάτων αποτέλεσαν το περιεχόμενο της διδακτορικής διατριβής του.

Ορισμένες φορές, όπως και στην περίπτωση του Orson Welles, η άγνοια μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε κάποιον να δοκιμάσει και να επιτύχει κάτι, το οποίο οι «γνώστες» να θεωρούν (επειδή έτσι έχουν διδαχθεί) ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο, ή ακόμη και αδύνατο…

[πηγή: snopes.com: The Unsolvable Math Problem]

5. Orson Welles: Άγνοια για Όσκαρ

Ο Αμερικάνος σκηνοθέτης Orson Welles (1915 – 1985) είναι παγκοσμίως γνωστός στο ευρύ κοινό για δύο κυρίως πράγματα: την περίφημη ραδιοφωνική μετάδοση του «Πολέμου Των Κόσμων» η οποία έσπειρε τον πανικό στους κατοίκους του Νιου Τζέρσεϊ και της Νέας Υόρκης που πίστεψαν ότι είχε γίνει εισβολή  εξωγήινων από τον Άρη και για την ταινία του «Πολίτης Κέιν» (1941), η οποία θεωρείται από πολλούς ως μία από τις καλύτερες όλων των εποχών και έλαβε την πρώτη θέση στη λίστα των 100 καλύτερων ταινιών που θεσπίστηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

Πολλοί άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους κι εγώ, όταν σκεφτόμαστε τον Welles μας έρχεται στο μυαλό η γνωστή εμβληματική μορφή του ώριμου, πληθωρικού, γενειοφόρου άνδρα. Έτσι λοιπόν, ήταν αρκετά μεγάλη η έκπληξή μου όταν διάβασα ότι ο «Πολίτης Κέιν», με τις 9 υποψηφιότητες για Όσκαρ, τα διθυραμβικά σχόλια των απανταχού κριτικών και τις καινοτόμες αφηγηματικές και κινηματογραφικές τεχνικές, ήταν μόλις η πρώτη του ταινία, την οποία γύρισε σε ηλικία 25 ετών, χωρίς να έχει την παραμικρή σχετική εμπειρία!

Το 1960, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη του στον Huw Wheldon  , η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Mark W. Estrin με τίτλο Orson Welles: Interviews (Conversations with Filmmakers), ο Welles απαντά στην ερώτηση πού βρήκε την αυτοπεποίθηση για να κάνει την ταινία:

Welles: Άγνοια, άγνοια, καθαρή άγνοια – ξέρετε δεν υπάρχει κανενός είδους αυτοπεποίθηση που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Πιστεύω ότι μόνο όταν γνωρίζει κανείς κάτι για ένα επάγγελμα, είναι συνεσταλμένος ή προσεκτικός.

Wheldon: Πώς αυτή η άγνοια αναδείχθηκε;

Welles: Νόμιζα ότι κάποιος μπορούσε να κάνει με μια κάμερα, ξέρεις, οτιδήποτε μπορούσε να κάνει το μάτι και η φαντασία. Αν έχεις σταδιακά ανελιχθεί μέσα από τη βιομηχανία του κινηματογράφου τότε έχεις διδαχθεί όλα τα πράγματα που ένας κάμεραμαν δεν θέλει να δοκιμάσει από φόβο ότι θα δεχθεί κριτική για το γεγονός ότι απέτυχε. Και σε αυτή την περίπτωση είχα έναν κάμεραμαν που δεν τον ένοιαζε αν θα τον κατέκριναν σε περίπτωση αποτυχίας κι εγώ δεν ήξερα ότι υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσες να κάνεις, κι έτσι οτιδήποτε μπορούσα να σκεφτώ στα όνειρά μου προσπάθησα να το φωτογραφίσω.

Wheldon: Κατάφερες να βγεις από όλο αυτό με τεράστιες τεχνικές καινοτομίες, έτσι δεν είναι;

Γουέλς: Απλά με το να μην γνωρίζω ότι ήταν αδύνατες, ή θεωρητικά αδύνατες.

—> Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=DQCnrPr3qIA

Σχεδόν εκατό χρόνια πριν από τη συνέντευξη αυτή, ο  Charles Darwin είχε γράψει στο The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex (1871) : “Ignorance more frequently begets confidence than does knowledge” (Η άγνοια γεννά συχνότερα την αυτοπεποίθηση από ότι η γνώση). Πόσο δίκιο είχε…

4. Οι «ανόητες» επιγραφές των Αρχαίων Ελλήνων και τα «βαρβαρελληνικά»

Ως τον 7ο αιώνα π.Χ., τα βασικά θέματα των ελληνικών αγγείων ήταν γεωμετρικά μοτίβα και εξωτικά ζώα ή τέρατα. Μετέπειτα, οι σκηνές που εμφανίζονται σε αυτά αλλάζουν και αρχίζουν να παρουσιάζουν ιστορίες (πόλεμος, κυνήγι, μυθολογικά θέματα), αλλά και καθημερινές δραστηριότητες (αγωνίσματα, συμπόσια, κορίτσια που γεμίζουν τα σταμνιά τους). Ταυτόχρονα, οι Έλληνες αγγειογράφοι προσθέτουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών των σκηνών (ή ακόμα και των αντικειμένων).

Ο Διόνυσος και δύο Μαινάδες, η μία κρατά έναν λαγό (μελανόμορφος αμφορέας, περ. 550–530 π.Χ.) Φέρει τις επιγραφές ΔΙΟΝΥΣΟΣ και ΑΜΑΣΙΣ ΜΕΠΟΙΕΣΕΝ (ο Αμασις με έφτιαξε). [πηγή: Wikimedia Commons]

Καθώς περνούν τα χρόνια, τα θέματα των αγγείων εμπλουτίζονται και ταυτόχρονα προσθέτονται νέα είδη επιγραφών, όπως για παράδειγμα τα ονόματα των δημιουργών τους, ευχές, «διαφημιστικά» μηνύματα (αγόρασέ με και καλοψωνίζεις), κλπ. [Όλα αυτά τα στοιχεία τα έχω αντλήσει από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Αλίκης Kauffman-Σαμαρά με τίτλο «Επιγραφές στα μελανόμορφα αγγεία του 6ου αιώνα π.Χ.«]

Ανάμεσα στα διάφορα είδη των επιγραφών, υπάρχουν και κάποιες οι οποίες στο άρθρο της Kauffman-Σαμαρά αναφέρονται ως «ασυνάρτητες επιγραφές» και «ψευδοεσπιγραφές», ενώ αλλού τις βρήκα επίσης και ως «χωρίς νόημα επιγραφές». Στα Αγγλικά, χρησιμοποιείται ο όρος «nonsense inscriptions». Εν συντομία, οι εναλλακτικές ερμηνείες που έχουν δοθεί από τους αρχαιολόγους έως σήμερα για αυτές είναι οι εξής:

(α) Έχουν γίνει από αγράμματους αγγειογράφους οι οποίοι (για λόγους κύρους) ήθελαν να το «παίξουν» εγγράμματοι.

(β) Έχουν γίνει από αγράμματους αγγειογράφους οι οποίοι προσπαθούσαν να μιμηθούν την «υπογραφή» ενός γνωστότερου καλλιτέχνη (κάτι σαν τα σημερινά «μαϊμού» προϊόντα, δηλαδή).

(γ) Έχουν γίνει από (αγράμματους) αγγειογράφους για διακοσμητικούς λόγους.

Η λεγόμενη «Πιετά του Μέμνονος». Η Ηώς ανασηκώνει το πτώμα του γιου της Μέμνονα. Αττικό ερυθρόμορφο αγγείο (περ. 480-490 π.Χ.). Περιλαμβάνει διάφορες επιγραφές «με νόημα», όπως ΗΕΡΜΟΓΕΝΕΣ ΚΑΛΟΣ, ΗΕΟΣ (Ηώς), ΔΟΡΙΣ ΕΓΡΑΦΣΕΝ, ΜΕΜΝΟΝ, ΚΑΛΙΑΔΕΣ ΕΠΟΙΗΣΕΝ καθώς και την «ανόητη» επιγραφή ΕΕΝΕΜΕΚΝΕΡΙΝΕ. [πηγή: Wikimedia Commons]

Δεν ξέρω αν οφείλεται στην άγνοια μου γύρω από το θέμα ή (και) στο γεγονός ότι προέρχομαι από το χώρο των θετικών επιστημών, αλλά όλες οι παραπάνω ερμηνείες δεν φαίνονται ιδιαίτερα πειστικές.

Καταρχάς, από τη στιγμή που οι «αγράμματοι» καλλιτέχνες μπορούσαν να αναγνωρίσουν και να αναπαράγουν σωστά τους χαρακτήρες του αλφαβήτου, δεν ήταν «εντελώς» αγράμματοι. Γνώριζαν τη μορφή, τη λειτουργία και τη χρήση των γραμμάτων. Επομένως, ήξεραν ότι ορισμένοι συνδυασμοί τους είχαν νόημα και κάποιοι άλλοι όχι. Άρα, αν κάποιος αγράμματος ήθελε να φανεί ως «γραμματιζούμενος», το φυσικό επόμενο θα ήταν να αντέγραφε κάποιες έτοιμες λέξεις, πράγμα που είναι και πολύ ευκολότερο από το να δημιουργήσει νέες, αυτοσχέδιες. Επίσης, οποιοδήποτε «αγράμματο» άτομο με βασικό επίπεδο νοημοσύνης, σίγουρα θα μπορούσε να κατανοήσει ότι κανείς δεν θα το θεωρούσε ως εγγράμματο αν έγραφε πάνω στα αγγεία του ασυναρτησίες. Και εν τέλει, αν το έκανε στην αρχή, κάποια στιγμή κάποιος άλλος θα του το έλεγε. Άρα, το (α) φαίνεται να είναι η λιγότερο βάσιμη ερμηνεία.

Το (β) τώρα, είναι εξίσου προβληματικό με το (α). Γιατί αν ήθελε ο αγγειογράφος να μιμηθεί την υπογραφή κάποιου άλλου, ήταν πολύ πιο εύκολο (και με καλύτερο αποτέλεσμα) να την αντιγράψει, από το να φτιάξει μια δική του.

Με βάση τα παραπάνω, το (γ) αρχίζει πλέον να μοιάζει κάπως πιθανό, αν δεν υπήρχαν δύο τουλάχιστον σχετικά προβλήματα. Πρώτον, όσο κι αν έψαξα δεν κατάφερα να βρω κάποια άλλη αναφορά όπου στην Αρχαία Ελλάδα τυχαίες ακολουθίες γραμμάτων να χρησιμοποιούνται για διακοσμητικούς λόγους (να τονίσω και πάλι βέβαια, ότι οι γνώσεις μου σχετικά με το θέμα είναι εξαιρετικά περιορισμένες). Δεύτερον, συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο αγγείο επιγραφές «χωρίς νόημα» μαζί με «κανονικές» (π.χ. περίπου το 1/3 από αυτά που περιέχονται στο Corpus of Attic Vase Inscriptions). Αυτό το δεύτερο στοιχείο αποδυναμώνει επίσης τη θεωρία των «αγράμματων» αγγειογράφων, αφού δεν μπορεί το ίδιο άτομο να μην ήξερε γράμματα όταν ζωγράφιζε τη μία πλευρά και να έμαθε όταν έφτιαχνε την άλλη…

Στο άρθρο της η  Kauffman-Σαμαρά, αντιμετωπίζει τις διαδεδομένες απόψεις με σκεπτικισμό («η συστηματική χρησιμοποίηση των ψευδοεπιγραφών σε μεγάλα και μικρότερα αγγεία μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ως αιτία της την άγνοια της γραφής από τους καλλιτέχνες, όπως ίσως συνέβαινε σε μερικές περιπτώσεις στους τυρρηνικούς αμφορείς.») Βέβαια, στη συνέχεια σπεύδει να υποστηρίξει το (γ), με μια μικρή παραλλαγή: «Όσο για τα αγγεία που στη μια τους όψη φέρουν πραγματικές και στην άλλη ψευδείς επιγραφές, υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες: ο καλλιτέχνης ή ακολουθεί ελεύθερα τη «μόδα» των ψευδοεπιγραφών και τις βάζει μόνο στη μία παράσταση ή φροντίζει περισσότερο τη μία όψη, γράφοντας δίπλα στις μορφές τις επιγραφές τους ενώ στην άλλη απλώς τις μιμείται.»

Κατά την προσωπική μου άποψη, ούτε οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί είναι ιδιαίτερα πειστικοί. Πως και γιατί έγιναν ξαφνικά «μόδα» οι ψευδοεπιγραφές, τις οποίες μάλιστα τις έφτιαχναν οι «αγράμματοι»; Επίσης, δεν θα έπρεπε να υπάρχει έστω και μία πηγή που να κάνει αναφορά σε ένα τόσο ιδιαίτερο φαινόμενο; Από την άλλη, τι εξυπηρετεί τον καλλιτέχνη να γράψει «ασυναρτησίες» από τη μία πλευρά, οι οποίες συχνά έχουν και πολύ περισσότερα γράμματα και επομένως απαιτούν περισσότερο χρόνο από ότι οι κανονικές λέξεις; 

Πρόσφατα, οι Adrienne Mayor (Stanford University), John Colarusso (McMaster University), και David Saunders (J. Paul Getty Museum), με ένα άρθρο τους με τίτλο Making Sense of “Nonsense” Inscriptions: Non-Greek Words Associated with Amazons and Scythians on Ancient Greek Vases πρότειναν μια νέα ερμηνεία για ορισμένες τουλάχιστον από τις επιγραφές αυτές. Αναλύοντας τα γλωσσικά χαρακτηριστικά «ανόητων» επιγραφών 13 αγγείων τα οποία κατασκευάστηκαν από εγγράμματους αγγειογράφους και αναπαριστούν σκηνές με Σκύθες και Αμαζόνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ακατανόητες λέξεις μπορούν να αποκωδικοποιηθούν ως ονόματα και λέξεις αρχαίων «βαρβαρικών» γλωσσών από την περιοχή του Καυκάσου. Η ανακάλυψη αυτή, αν και αφορά σε ένα πολύ μικρό ποσοστό επιγραφών,  προσθέτει μια νέα οπτική στο θέμα και, αν μη τι άλλο, μια πολύ πιο ρεαλιστική εξήγηση.

Έτσι λοιπόν, καθώς τα αγγεία (όπως και τα νομίσματα) άλλαζαν πολλά χέρια και ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, αποτελούσαν σε έναν βαθμό τα social media της εποχής εκείνης, και κατ” αντιστοιχία του φαινομένου μου σήμερα ονομάζουμε «greeklish«, θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι οι «ανόητες» επιγραφές αυτές ήταν γραμμένες σε βαρβαρελληνικά» :-)

Εν κατακλείδι, το θέμα μου είναι ότι πολύ συχνά, οι «ειδικοί» όταν κάτι δεν μπορεί να κατανοηθεί / εξηγηθεί με βάση τις γνώσεις τους, θεωρούν αυτομάτως ότι είναι «α-νόητο», ασυνάρτητο. Για παράδειγμα, αν κάτι είναι γραμμένο σε Γραμμική Α, η οποία δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί (οπότε είναι αποδεκτό για έναν ειδικό να μην μπορεί να το καταλάβει), τότε θεωρείται μυστήριο και όχι «ανόητο». Αν κάτι όμως είναι γραμμένο με το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο και ο «ειδικός» δεν μπορεί να το κατανοήσει, τότε αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ανοησία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση βέβαια, δεν είναι προνόμιο των αρχαιολόγων, ούτε άλλωστε και είναι στόχος του παρόντος άρθρου να κρίνει τον συγκεκριμένο κλάδο και τους ανθρώπους του. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τον «επιστήμονα/δάσκαλο/ενήλικο/Χ» να κρίνει τα λεγόμενα του «συναδέλφου/μαθητή/παιδιού/Υ» ως ανοησίες, μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος («που ξέρει») αδυνατεί να τα κατανοήσει…

 

ΥΓ: Κάτι επίσης που βρήκα ενδιαφέρον στα άρθρα που διάβασα, είναι ότι οι συγγραφείς πάντα γράφουν κάτι του στυλ «για το θέμα αυτό υπάρχουν υπάρχουν Χ ερμηνείες και είναι οι εξής…» και μετά παραθέτουν τις ερμηνείες με τρόπο όπου ουσιαστικά προεξοφλούν ότι θα πρέπει η σωστή να είναι οπωσδήποτε μία από αυτές. Ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές όμως κανείς δεν προσθέτει και την πιθανότερη που είναι «δεν έχουμε προς το παρόν την παραμικρή ιδέα». Με άλλα λόγια, ο κάθε συγγραφέας αρνείται να παραδεχτεί δημόσια ότι ενδέχεται να υπάρχουν και ορισμένα πράγματα τα οποία ο ίδιος ως «ειδικός» να μην γνωρίζει…

3. Βλακεία + Άγνοια + Ανοησία – Garry Kasparov: 1-0

Ένα από τα μεγάλα γεγονότα της δεκαετίας του ’90 ήταν οι περίφημοι σκακιστικοί αγώνες μεταξύ του Παγκόσμιου Πρωταθλητή στο σκάκι Garry Kasparov  και του υπερυπολογιστή ονόματι Deep Blue της τότε παντοδύναμης IBM. Ήταν η εποχή που η ισχύς των υπολογιστών αυξανόταν θεαματικά και ταυτόχρονα η χρήση τους εξαπλωνόταν σε ολοένα και περισσότερους τομείς. Ο Deep Blue λοιπόν κατασκευάστηκε αποκλειστικά και μόνο ως σκακιστική μηχανή, με στόχο να αναδείξει τις νέες δυνατότητες των υπολογιστών (της ΙΒΜ), οι οποίες εν δυνάμει θα μπορούσαν κάποια στιγμή να φτάσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν την ανθρώπινη νοημοσύνη.  Το σκάκι φυσικά αποτελούσε μια πολύ βολική επιλογή για την ΙΒΜ, καθώς αφενός, είναι ένα παιχνίδι «κομμένο και ραμμένο» για να παιχτεί από έναν υπολογιστή, και αφετέρου, για τον περισσότερο κόσμο αποτελεί μια δραστηριότητα που θεωρείται ότι απαιτεί ιδιαίτερα υψηλές διανοητικές ικανότητες.

Ο πρώτος αγώνας έγινε τον Φεβρουάριο του 1996 στη Φιλαδέλφεια, όπου αν και ο  Deep Blue κατάφερε να κερδίσει την πρώτη παρτίδα (και τις εντυπώσεις), ο Kasparov επανήλθε δριμύτερος κάνοντας κατά σειρά 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και άλλες 2 νίκες και πήρε τον τίτλο του μεγάλου νικητή.

Ο Kasparov εναντίον του Deep Blue, στον αγώνα του 1997 (Φωτογραφία: Adam Nadel/Associated Press)
[πηγή: WIRED]

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Μάη του 1997, η ΙΒΜ επανήλθε με νέα, βελτιωμένη έκδοση του υπολογιστή (χαϊδευτικά τον αποκαλούσαν «Deeper Blue»). Αυτή τη φορά, οι προγραμματιστές της ΙΒΜ είχαν τη δυνατότητα μετά από κάθε παρτίδα να κάνουν παρεμβάσεις στον κώδικα, προκειμένου να διορθώνουν αδυναμίεςπου προέκυπταν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παρτίδας,  ο Deep Blue έκανε μια εξαιρετικά απρόβλεπτη κίνηση, η οποία έδειχνε να αποτελεί το ξεκίνημα κάποιας πολύ ιδιαίτερης στρατηγικής. Αν και τελικά ο Kasparov κέρδισε την παρτίδα αυτή, στη συνέχεια η απόδοσή του μειώθηκε δραματικά, ενώ το άγχος του αντίστοιχα αυξήθηκε. Μάλιστα, ο Kasparov κατηγόρησε την ΙΒΜ για απάτη, καθώς διέκρινε ανθρώπινη νοημοσύνη και δημιουργική σκέψη πίσω από τις κινήσεις του υπολογιστή. Αρκετοί είναι αυτοί που αποδίδουν μέρος της ευθύνης για την ήττα, στην περίεργη αυτή κίνηση.

Το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ «Game Over: Kasparov and the Machine»  (2003) καταγράφει αναλυτικά τα γεγονότα γύρω από τον αγώνα αυτό.

Το 2012, ο Nate Silver, δημοσιογράφος των New York Times, στο βιβλίο του «The Signal and the Noise: Why So Many Predictions Fail-but Some Don’t.» αποκάλυψε ότι σύμφωνα με όσα του είπε σε μια συνέντευξη ο Murray Campbell, ένας από τους τρεις επιστήμονες της IBM που σχεδίασαν τον Deep Blue, η κίνηση αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα υπολογιστικό σφάλμα, ένα “bug”. Ο υπολογιστής, βρέθηκε σε μια κατάσταση όπου δεν γνώριζε ποια κίνηση να επιλέξει («άγνοια») και επομένως, μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει την τεχνητή του νοημοσύνη («βλακεία»), διάλεξε μια κίνηση στην τύχη («ανοησία»). Με άλλα λόγια, αυτό που ο Kasparov εξέλαβε ως δείγμα ανώτερης ανθρώπινης νοημοσύνης και δημιουργικότητας, και τα μέσα ενημέρωσης διατυμπάνισαν ως μεγαλειώδη νίκη της τεχνητής επί της ανθρώπινης νοημοσύνης, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ακόμα νίκη των συνασπισμένων δυνάμεων της βλακείας, της άγνοιας και της ανοησίας, επί της ευφυΐας, της γνώσης και της λογικής.

ΥΓ: Ο Kasparov ζήτησε μετά τον αγώνα μια εκτύπωση των αρχείων καταγραφής (log files) του Deep Blue από τον αγώνα, αλλά η IBM αρνήθηκε (αν και αργότερα δημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο). Ο Kasparov επίσης ζήτησε έναν επαναληπτικό αγώνα, αλλά η ΙΒΜ και πάλι αρνήθηκε και αποσυναρμολόγησε τον υπολογιστή.

2. Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική

O William Hogarth (1697 – 1764) ήταν ένας επιτυχημένος Άγγλος ζωγράφος, χαράκτης, σατιρικός εικονογράφος και γελοιογράφος. Ήταν ικανότατος ζωγράφος ρεαλιστικών πορτρέτων, αλλά και πρωτοπόρος στο χώρο των κόμικς, καθώς σχεδίαζε σατιρικές ακολουθίες εικόνων (αυτές που σήμερα αποκαλούμε «comic strips»). Οι εικόνες και το στυλ του είναι τόσο χαρακτηριστικά, που συνήθως χαρακτηρίζονται ως «Hogarthian». (Από τα αγαπημένα μου είναι μια ακολουθία εικόνων που διακωμωδούν τις εκλογές.)

Αυτοπροσωπογραφία (William Hogarth, 1745) [πηγή: wikiart]

Το 1754, δημιούργησε ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτικό με τίτλο «Satire on False Perspective» (Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική) για ένα φυλλάδιο που εξέδιδε ο φίλος του John Joshua Kirby με θέμα την γραμμική προοπτική και τίτλο «Dr. Brook Taylor’s Method of Perspective made Easy both in Theory and Practice» (η απλοποιημένη μέθοδος της προοπτικής του Δρ. Brook Taylor στην θεωρία και στην πράξη).

Ο Hogarth λοιπόν, σε μια προσπάθεια να αναδείξει την αξία και τη χρησιμότητα των περιεχομένων του φυλλαδίου, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τις ιδιαίτερες ικανότητες του στο σατιρικό σκίτσο προκειμένου να κάνει προφανές σε τι είδους λάθη και ασυναρτησίες ( = «βλακείες/ανοησίες») μπορεί κανείς να περιπέσει αν έχει «άγνοια» των περιεχομένων του. Μάλιστα, για να κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο το μήνυμά του, κάτω από το σκίτσο πρόσθεσε τη σημείωση: «Whoever makes a DESIGN without the Knowledge of PERSPECTIVE will be liable to such Absurdities as are shewn in this Frontispiece» (Όποιος φτιάχνει ένα ΣΧΕΔΙΟ δίχως γνώση της ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ, θα υποπίπτει σε τέτοιου είδους Παραλογισμούς, σαν αυτούς που παρουσιάζονται στην παρούσα Προμετωπίδα). Φημολογείται μάλιστα, ότι στόχος του ήταν το συγκεκριμένο σκίτσο να κάνει έναν ερασιτέχνη αριστοκράτη ζωγράφο να δείχνει γελοίος.

Σάτιρα για τη Λανθασμένη Προοπτική (William Hogarth, 1754) [πηγή: wikiart]

Το θέμα όμως είναι ότι αν κανείς παρατηρήσει με προσοχή την εικόνα, ο Hogarth μάλλον κατάφερε να πετύχει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχε σκοπό. Το αποτέλεσμα είναι μοναδικό, εξαιρετικά δημιουργικό και ευφάνταστο (αν το είχε πάρει πιο πολύ στα σοβαρά, θα μπορούσε να είχε γίνει ο M. C. Escher, 200 χρόνια πριν από τον ίδιο τον Escher), και σίγουρα πολύ πιο ενδιαφέρον από χιλιάδες άλλες εικόνες που δημιουργήθηκαν από καλλιτέχνες οι οποίοι διέθεταν και εφάρμοσαν «τη γνώση της ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ». Με άλλα λόγια, εν αγνοία του, η δημιουργικότητα του Hogarth πυροδοτήθηκε από έναν εσκεμμένο συνδυασμό των δυνάμεων της βλακείας, της άγνοιας και της ανοησίας.

1. Η δημιουργική σκέψη και το «κατρακύλισμα της 4ης τάξης»

Το 1966, ο Ellis Paul Torrance, θεωρώντας ότι η νοημοσύνη και η δημιουργικότητα δεν είναι έννοιες ταυτόσημες – και ορισμένες φορές ούτε καν αλληλένδετες, δημιούργησε τα περίφημα Torrance Tests for Creative Thinking (τεστ μέτρησης δημιουργικότητας Torrance). Από τότε, το περιεχόμενο των τεστ, το οποίο περιλαμβάνει ένα σύνολο από γλωσσικά και μη-γλωσσικά «παιχνίδια/ασκήσεις», έχει αναθεωρηθεί από τον ίδιο και τους συνεργάτες του 4 φορές (1974, 1984, 1990, 1998), έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 35 γλώσσες και χρησιμοποιείται κατά κόρον, κυρίως στον εκπαιδευτικό τομέα, αλλά συχνά-πυκνά πλέον ακόμη και για την αξιολόγηση εργαζομένων και στελεχών επιχειρήσεων.

Ενδεικτικά, ένα παράδειγμα μη-γλωσσικού τεστ είναι μια σειρά από εικόνες κάθε μία από τις οποίες περιλαμβάνει ένα περίεργο σχήμα. Ο «εξεταζόμενος» καλείται να συμπληρώσει τις εικόνες χρησιμοποιώντας τη φαντασία του. Η βαθμονόμηση της δημιουργικότητας γίνεται από ειδικευμένους ψυχολόγους χρησιμοποιώντας 13 διαφορετικά κριτήρια, όπως φαντασία, συναισθηματική εκφραστικότητα, αφηγηματικότητα, χιούμορ, κλπ.

Δύο σχήματα από το τεστ.

Οι αντίστοιχες εικόνες ενός «εξεταζόμενου».

Ένα πολύ ενδιαφέρον «παραπροϊόν» των τεστ του Torrance  είναι μια παρατήρηση την οποία ο ίδιος βάφτισε το «κατρακύλισμα της 4ης τάξης» (fourth grade slump). Μελετώντας τα αποτελέσματα των τεστ σε 7 διαφορετικούς πολιτισμούς από την Αμερική, ως την Ινδία και τη Σαμόα, ανακάλυψε μια δραματική πτώση στο επίπεδο της δημιουργικότητας των παιδιών γύρω στην ηλικία των 8-9 ετών (δηλ. στην τέταρτη τάξη του σχολείου).

Επίσης, οι George Land και Beth Jarman στο βιβλίο τους Breakpoint and Beyond: Mastering the Future Today αναφέρουν μια μελέτη την οποία ξεκίνησαν το 1968 και ολοκλήρωσαν το 1983, χρησιμοποιώντας ένα τεστ δημιουργικότητας της NASA για την επιλογή μηχανικών και επιστημόνων. Αρχικά, διεξήγαγαν το τεστ με 1.600 παιδιά 5 ετών. Όταν τα ίδια παιδιά ήταν 10 ετών (δηλ. το 1978) και 15 ετών (το 1983) διεξήγαγαν το ίδιο τεστ, ενώ αργότερα το δοκίμασαν το τεστ ανεξάρτητα και με 280.000 ενήλικες. Το τεστ περιελάμβανε ερωτήσεις του στυλ «πόσες διαφορετικές χρήσεις μπορείτε να φανταστείτε για ένα παπούτσι» και τα αποτελέσματα του ήταν εντυπωσιακά:

land_jarman

  • Στην ηλικία των 5 ετών, το σκορ του 98% των παιδιών ήταν σε επίπεδο «εξαιρετικά δημιουργικός/ή».
  • Στην ηλικία των 10 ετών, το ποσοστό των παιδιών που πέτυχαν το ίδιο αποτέλεσμα έπεφτε στο 30%.
  • Στην ηλικία των 15, το ποσοστό αγγίζει το 12%.
  • Για τους ενήλικες, το ποσοστό βυθίζεται στο 2%.

Το συμπέρασμα του Land για τα αποτελέσματα ήταν ότι εντέλει η «μη δημιουργική συμπεριφορά είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται» (ή αλλιώς, η δημιουργικότητα είναι κάτι το οποίο «ξεμαθαίνεται»).

Πιο πρόσφατα, η Kyung Hee Kim αναλύοντας τα αποτελέσματα των τεστ Torrance για περίπου 273.000 μαθητές και ενήλικες, ανακάλυψε, ότι από το 1990 – σε αντίθεση με τα αποτελέσματα των τεστ νοημοσύνης (IQ tests) τα οποία αυξάνονται σταθερά – το σκορ των Αμερικανοπαίδων όσον αφορά στη δημιουργικότητα, έχει μειωθεί σημαντικά και ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες.  Μάλιστα, βασισμένο στη δουλειά της Kim, το περιοδικό Newsweek  έσπευσε με σχετικό άρθρο του να ανακινήσει θέμα «εθνικής κρίσης δημιουργικότητας».

newsweek

Διαβάζοντας κανείς ως εδώ είναι φυσικό επόμενο να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που φταίει για τα παραπάνω προβλήματα…

Αν είστε ένας από τα εκατομμύρια των θεατών της περίφημης ομιλίας του Sir Ken Robinson στο TED με τίτλο «How schools kill creativity» (Πως τα σχολεία σκοτώνουν τη δημιουργικότητα) τότε μάλλον ήδη γνωρίζετε μια τουλάχιστον (πιθανή) απάντηση. «We are educating people out of their creative capacities»  (εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους στο να χάνουν τις δημιουργικές τους ικανότητες), αναφέρει χαρακτηριστικά.

Τώρα βέβαια, η επόμενη σας απορία κατά πάσα πιθανότητα είναι «και τι σχέση έχουν όλα αυτά με το παρόν blog και τα όσα αναφέρονται στη σελίδα με την περιγραφή του

Μα, διαχρονικά, η βλακεία, η άγνοια και η ανοησία, είναι έννοιες τις οποίες το εκπαιδευτικό σύστημα δαιμονοποίησε και ανήγαγε σε ύψιστους εχθρούς του…

Γιατί όμως;

Κοινός παρανομαστής των 3 αυτών εννοιών είναι η βαθιά υποκειμενικότητα και η παροδικότητα, καθώς για καμία από αυτές δεν υπάρχει απόλυτος ορισμός, ενώ το τι μπορεί να χαρακτηρισθεί με κάθε μια τους μεταβάλλεται διαρκώς. Για παράδειγμα κάτι που πριν 100 χρόνια ήταν μια «έξυπνη» ιδέα, η επιστήμη μπορεί να έχει πλέον αποδείξει ότι ήταν «βλακεία» (ή και το αντίθετο), αυτό που θεωρούταν γνωστό ή ακόμη και δεδομένο ενδέχεται να έχει αντικατασταθεί με πολλά ερωτηματικά, ενώ κάτι το οποίο ήταν «α-νόητο» μπορεί να έχει αποκτήσει σήμερα ένα ή και πολλαπλά νοήματα. Σε επόμενα άρθρα θα επανέλθω με συγκεκριμένα σχετικά παραδείγματα.

Σε κάθε περίπτωση, η χρήση των όρων «βλακεία», «άγνοια» και «ανοησία», προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «αυθεντίας», ενός «κριτή», που μπορεί να είναι ένα μεμονωμένο άτομο ή και ένα συλλογικό όργανο, μια «κοινή λογική». Οτιδήποτε λοιπόν το διαφορετικό, οτιδήποτε παραβαίνει τα όρια και τα δεδομένα αυτής της «αυθεντίας», χαρακτηρίζεται αυτομάτως με έναν από τους 3 όρους ανάλογα με την περίσταση. Αν κάτι είναι αντίθετο με τις κοινές αρχές και πιστεύω, τότε προφανώς είναι «βλακεία». Αν κάτι πάλι δεν μπορεί να αποδειχθεί χρησιμοποιώντας τις υπάρχουσες γνώσεις, τότε είναι προϊόν «άγνοιας». Τέλος, αν κάτι δεν μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί με βάση την «κοινή λογική/πρακτική/γνώση», τότε δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ανοησία».

Για παράδειγμα, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η θεωρία της Σχετικότητας από τον Albert Einstein αντιμετωπίστηκε με αρκετό σκεπτικισμό και πληθώρα αρνητικών κριτικών από πολλούς – ακαδημαϊκούς (όχι μόνο από το χώρο της Φυσικής) και μη. Πολλοί πειραματικοί φυσικοί είδαν με κακό μάτι την απομάκρυνση της φυσικής από την «κοινή λογική» προς πιο αφηρημένα («α-νόητα») θεωρητικά κατασκευάσματα. Πολλοί επίσης ήταν αυτοί οι οποίοι δεν είχαν κατανοήσει το υπόβαθρο αλλά και την ίδια τη θεωρία, ή φοβήθηκαν ότι οι δραματικές αλλαγές που θα επέφερε πιθανή υιοθέτησή της θα τους οδηγούσε στο περιθώριο. Το 1931 μάλιστα, εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Hundert Autoren Gegen Einstein» (εκατό συγγραφείς κατά του Einstein), το οποίο ήταν μια συλλογή σύντομων δοκιμίων 28 συγγραφέων, παραθέσεων από το έργο 19 ακόμα συγγραφέων και μια λίστα ατόμων που κάποια στιγμή είχαν εκφράσει σχετικές επιφυλάξεις. Όταν ρωτήθηκε ο Αϊνστάιν ποια ήταν η γνώμη του για το βιβλίο, αυτός απάντησε: «Γιατί 100 συγγραφείς; Αν είχα κάνει λάθος, τότε ένας θα ήταν αρκετός!» Σήμερα, το βιβλίο αυτό θεωρείται ως γεμάτο «απλοϊκά» λάθη και «μη ηθελημένα αστείο».

Και κάτι ακόμα. Ο Joseph Degenhart, καθηγητής Ελληνικής Γραμματικής, κέρδισε την αθανασία χάρη στην πρόβλεψη του προς τον μαθητή του ότι «δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις τίποτε στη ζωή του» (nothing will ever become of you). Ο Einstein από την άλλη κατάφερε να πείσει έναν γιατρό να διαγνώσει ότι πάσχει από νευρασθενική εξάντληση και να του δώσει έτσι την ευκαιρία να εγκαταλείψει το καταπιεστικό Luitpold Gymnasium, στο οποίο όπως ο ίδιος αργότερα έγραψε, το πνεύμα της μάθησης και τη δημιουργικότητας είχε χαθεί προς χάρη της απόλυτης αποστήθισης.

Αρκετά χρόνια παλαιότερα, ο Charles Darwin με το βιβλίο του On the Origin of Species by Means of Natural Selection (γνωστό ως «Η καταγωγή των ειδών») είχε καταφέρει κι αυτός  να συγκεντρώσει πλήθος αρνητικών κριτικών, κυρίως από ανθρώπους που το παρερμήνευσαν ή δεν το είχαν καν διαβάσει.

ΥΓ: Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο, είναι ο «κατάλογος» των δημιουργικών ανθρώπων οι οποίοι εγκατέλειψαν – νωρίτερα ή αργότερα – το σχολείο (αγγλιστί school  dropouts) και μετέπειτα διέπρεψαν στη ζωή τους. Για παράδειγμα, ο Benjamin Franklin, ο οποίος όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Βικιπαιδεία ήταν «αξιόλογα πολυμαθής, διακεκριμένος συγγραφέας και τυπογράφος, θεωρητικός της πολιτικής, πολιτικός, επιστήμων, εφευρέτης, κοινωνικός ακτιβιστής, στρατιωτικός και διπλωμάτης» εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 10 ετών. O Thomas Edison πήγε σχολείο 3 μήνες όλους κι όλους (λέγεται ότι ο δάσκαλός του πίστευε ότι ο εγκέφαλός του ήταν «συγχυσμένος» και αναφερόταν σε αυτόν με την έκφραση «addled» – δηλ. κλούβιο αυγό).

O Mark Twain σταμάτησε το σχολείο στην πέμπτη δημοτικού, ο Charles Dickens το παράτησε στα 12, όπως άλλωστε και ο Abraham Lincoln. O Walt Disney άφησε το λύκειο όταν ήταν 16 ετών (του έδωσαν τιμητικό απολυτήριο όταν ήταν 58 ετών), όπως επίσης και ο πολυεκατομυριούχος και «σερ», Richard Branson.

Όσον αφορά άτομα τα οποία εγκατέλειψαν το κολέγιο ή το πανεπιστήμιο, η λίστα περιλαμβάνει πολλά γνωστά ονόματα δισεκατομμυριούχων όπως ο Steve Jobs, ο Bill Gates, ο Mark Zuckerberg, ο Michael Dell, και αρκετοί ακόμα…

Τέλος, η σχετική λίστα των ηθοποιών / μουσικών που παράτησαν κάποια στιγμή το σχολείο (αρκετοί από αυτούς ακόμα και το δημοτικό) είναι εξαιρετικά μεγάλη (George Bernard Shaw, Ray Charles, Michael Caine, Julie Andrews, Louis Armstrong, Peter Ustinov, Anthony Quinn, Sophia Loren, Charles Chaplin, Sean Connery, Robert De Niro, Gerard Depardieu και πάει λέγοντας…)

Εδώ υπάρχει μια αναλυτική λίστα η οποία περιλαμβάνει 765 ονόματα.