13. Η Άγνοια είναι Δύναμη (3): Όταν τα λίγα είναι πολλά (και τα πολλά λίγα)…

Το 1999, οι Goldstein και Gigerenzer έγραψαν μια εργασία με τίτλο «The recognition heuristic: How ignorance makes us smart» (Ο ευρετικός κανόνας της αναγνώρισης: Πως η άγνοια μας κάνει έξυπνους). Η εργασία μελετά τον ευρετικό κανόνας της αναγνώρισης (recognition heuristic) σύμφωνα με τον οποίο αν πρέπει κανείς να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αντικείμενα ποιο έχει την μεγαλύτερη αξία σύμφωνα με κάποιο κριτήριο (π.χ., ψηλότερο, μεγαλύτερο, δυνατότερο), τότε, εάν το ένα αντικείμενο είναι αναγνωρίσιμο και το άλλο όχι, θα υποθέσει ότι αυτό έχει τη μεγαλύτερη αξία. Περιγράφεται επίσης ένα φαινόμενο με το όνομα “less-is-more effect” (τα λίγα είναι πολλά) όπου, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, άτομα με λιγότερες γνώσεις μπορούν να κάνουν πιο ακριβείς προβλέψεις από άτομα με περισσότερες γνώσεις. 

Στο πλαίσιο της εργασίας διεξήχθη το εξής πείραμα: Ρώτησαν φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο και του Πανεπιστημίου του Μονάχου ποια πόλη ανάμεσα στο Σαν Ντιέγκο και το Σαν Αντόνιο έχει περισσότερους κατοίκους, Μόλις το 62% των Αμερικανών φοιτητών απάντησε σωστά σε αντιδιαστολή με το εντυπωσιακό 100% των Γερμανών. Ο λόγος ήταν ότι όλοι οι Γερμανοί είχαν ακούσει στο παρελθόν για το Σαν Ντιέγκο, αλλά πολλοί από αυτούς δεν είχαν ξανακούσει για το Σαν Αντόνιο. Οπότε επέλεξαν (με βάση τον ευρετικό κανόνα της αναγνώρισης) το όνομα το οποίο είχαν ξανακούσει. Οι Αμερικανοί φοιτητές από την άλλη, γνωρίζοντας και τις 2 πόλεις, δεν ήταν αρκετά «ανίδεοι» ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τον ευρετικό κανόνα.

Σε ένα παλαιότερο πείραμα (1997) oi Ayton kai Önkal ζήτησαν από 50 Τούρκους και 54 Βρετανούς φοιτητές να κάνουν προβλέψεις σχετικά με τα αποτελέσματα των 32 αγώνων ποδοσφαίρου του Αγγλικού κυπέλλου. Παρόλο που οι Τούρκοι είχαν από ελάχιστες ως καθόλου γνώσεις σχετικά με τις Αγγλικές ομάδες προέβλεψαν σωστά σε ποσοστό 63%, έναντι του ελάχιστα καλύτερου 66% των Βρετανών. Η βασική ιδέα εδώ ήταν ότι οι περισσότερες Αγγλικές ομάδες έχουν το όνομα της πόλης όπου εδρεύουν. Συνήθως οι μεγαλύτερες πόλεις (και άρα πιο γνωστές) έχουν και καλύτερες ομάδες. Μάλιστα, περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι ανάμεσα στα ζευγάρια όπου οι φοιτητές γνώριζαν μόνο τη μία από τις δύο ομάδες, επέλεγαν τη γνωστή σε ποσοστό 95%.

Μια αξιοπερίεργη ιδιότητα του ευρετικού κανόνα της αναγνώρισης είναι το  “less-is-more effect” (φαινόμενο «τα λίγα είναι πολλά»). Φανταστείτε 3 αδέρφια που πρέπει να περάσουν ένα διαγώνισμα το οποίο περιλαμβάνει ερωτήσεις με 2 εναλλακτικές απαντήσεις σχετικά με το μέγεθος των 50 μεγαλυτέρων πόλεων της Γερμανίας. Ο μικρότερος δεν γνωρίζει καμία πόλη, ο μεσαίος έχει ακούσει για 25 από αυτές (οι οποίες είναι στο 80% των περιπτώσεων μεγαλύτερες από αυτές που δεν έχει ακούσει ποτέ), ενώ ο μεγαλύτερος έχει ακούσει για όλες. Επίσης, αν ένας αδελφός γνωρίζει και τις 2 πόλεις/απαντήσεις σε μια ερώτηση έχει 60% πιθανότητα να απαντήσει σωστά. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία αυτά για την επίλυση μιας εξίσωση που περιλαμβάνεται στην εργασία, προκύπτει ότι ο μεσαίος αδελφός θα πάρει την καλύτερη βαθμολογία (67.5%),ενώ ο μεγάλος που ξέρει περισσότερα 60% (ο μικρότερος απαντά στην τύχη θα πάρει 50%).

Για να πειραματιστούν στην πράξη, οι Goldstein και Gigerenzer αρχικά έγραψαν ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή στον οποίο «μάθαιναν» τα ονόματα Γερμανικών πόλεων και στη συνέχεια έπρεπε να απαντήσει στο κουίζ με τις 2 απαντήσεις. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την ύπαρξη του φαινομένου «τα λίγα είναι πολλά». Στη συνέχεια, υπέβαλαν 52 φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο σε ένα κουίζ σχετικά με τις 22 μεγαλύτερες πόλεις της Αμερικής και σε άλλο ένα σχετικά με τις 22 μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας. Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν ότι οι φοιτητές απάντησαν κατά μέσο όρο 71% σωστά σχετικά με τις Αμερικάνικές πόλεις, ενώ 73% σχετικά με τις Γερμανικές!

Τον Μάη του 2009, το BBC αποφάσισε να υποβάλει σε δοκιμασία το φαινόμενο «τα λίγα είναι πολλά» και στο πρόγραμμα του Radio 4 με τίτλο “More or less” ρωτώντας τους ακροατές στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο αν το Ντιτρόιτ ή το Μιλγουόκι έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό.  Στη Νέα Υόρκη απάντησε σωστά το 65%, ενώ στο Λονδίνο το 85%!

Σε μια πιο πρόσφατη εργασία τους (2011) με τίτλο «The recognition heuristic: A decade of research» οι Goldstein και Gigerenzer συζητούν και αναλύουν θέματα και περαιτέρω έρευνα που προέκυψε από την αρχική τους εργασία, απαντούν σε κριτική που έχουν δεχτεί και θέτουν νέα ερωτήματα, αλλά και επιβεβαιώνουν τις εντυπωσιακές δυνατότητες πρόβλεψης που προσφέρει ο ευρετικός κανόνας της αναγνώρισης.

Ένας χώρος που γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη αυτού του κανόνα είναι το Μάρκετινγκ και για το λόγο αυτό οι εταιρίες ενδιαφέρονται περισσότερο να γίνεται γνωστό το όνομά τους (brand name) από ότι τα ίδια τους τα προϊόντα. Για τον ίδιο λόγο, στις εκλογές τα περισσότερα κόμματα σπεύδουν να προσθέσουν στα ψηφοδέλτιά τους ηθοποιούς, τραγουδιστές, αθλητές και τηλεπερσόνες, αφού την «ώρα της κρίσης» δεν είναι λίγοι αυτοί που – μην έχοντας άλλα στοιχεία στη διάθεσή τους -εναποθέτουν την απόφασή τους στον ευρετικό κανόνα της αναγνώρισης….

 

Σχετικά άρθρα:

  • Goldstein, D. G. and Gigerenzer, G. The recognition heuristic: How ignorance makes us smart. In G. Gigerenzer, et al. Simple heuristics that make us smart. Oxford University Press (1999), 36-58
  • Gigerenzer, G., & Goldstein, D.G. (2011). “The recognition heuristic: A decade of research,”Judgment and Decision Making, Vol. 6, No. 1, January 2011, pp. 100–121.

12. Μια γλαύκα, μα ποια γλαύκα… (ή, Άλλα τα μάτια του μπούφου κι άλλα της κουκουβάγιας)

Όπως έχω γράψει και σε προηγούμενο άρθρο, το τι μπορεί να χαρακτηριστεί «βλακεία» και τι «ευφυές» είναι πολλές φορές εντελώς σχετικό. Συχνά δε, ο χαρακτηρισμός αυτός ενδέχεται να μεταβάλλεται ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο. Πέρα από τη σφαίρα των ιδεών, το φαινόμενο αυτό μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο επίπεδο του συμβολισμού. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της κουκουβάγιας.

Η Αθηνά κρατά μια περικεφαλαία και ένα δόρυ, ενώ δίπλα της πετά μια κουκουβάγια (περ. 490–480 πΧ). The Metropolitan Museum of Art. (Πηγή: Wikimedia)

Όπως λίγο-πολύ γνωρίζουμε όλοι, στην αρχαία Ελληνική μυθολογία η Αθηνά  ήταν η θεά της σοφίας. Σύμβολό της (αλλά και μια μεταμόρφωσή της, σύμφωνα με ορισμένους) ήταν η κουκουβάγια ή  γλαύξ (αιτ. γλαῦκα) στα αρχαία ελληνικά. Η Αθηνά αναφέρεται συχνά από τον Όμηρο ως Γλαυκώπις, δηλ. γαλανομάτα / αυτή η οποία έχει σπινθηροβόλο βλέμμα. Η κουκουβάγια διαθέτει σπινθηροβόλο βλέμμα, καθώς επίσης και την ικανότητα να βλέπει στο σκοτάδι (δηλ. αυτά που οι άλλοι δε μπορούν – την αθέατη πλευρά των πραγμάτων). Γι΄αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες την επέλεξαν ως σύμβολο της σοφίας, ενώ οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κοσμεί τη μία πλευρά των νομισμάτων τους (στην άλλη πλευρά ήταν η προτομή της Αθηνάς) από τον 6ο αιώνα πΧ και για τα επόμενα 400 χρόνια. Τα νομίσματα με την κουκουβάγια έμειναν γνωστά στην ιστορία ως «Αθηναϊκές Γλαύκες», έθεσαν τους βασικούς κανόνες της νομισματοκοπίας και αποτέλεσαν τη βάση των συναλλαγών σε ολόκληρο τον τότε κόσμο (κάτι δηλ. σαν το δολάριο της αρχαιότητας). Πολλούς αιώνες αργότερα, η γλαύκα εμφανίστηκε και πάλι στη μια όψη της σύγχρονης δραχμής, και μετέπειτα στο ελληνικό νόμισμα του 1 ευρώ.

Ασημένιο Αθηναϊκό τετράδραχμο, περ. 480–420 πΧ. (Πηγή: Wikimedia)

Όμως δεν συμμερίζεται όλος ο πλανήτης τον ενθουσιασμό των αρχαίων Ελλήνων για την κουκουβάγια. Σε αρκετές χώρες της Άπω Ανατολής η κουκουβάγια θεωρείται σύμβολο της βλακείας. Η Ολλανδική λέξη «uilskuiken» («νεοσσός κουκουβάγιας») χρησιμοποιείται ως προσβλητικός χαρακτηρισμός, συνώνυμος του βλάκα, ενώ υπάρχει κι ένα Ολλανδικό ρητό το οποίο λέει «τι χρησιμότητα έχουν ένα κερί και τα γυαλιά, αν η κουκουβάγια αρνείται να δει;»

Κατά το  Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι κουκουβάγιες θεωρούνταν χαζές και ενίοτε διαβολικές βοηθοί των μαγισσών (επειδή προτιμούν το σκοτάδι από το φως) και αναπαρίστανται σε πολλούς πίνακες του Hieronymus Bosch ως σύμβολα της βλακείας ή/και του κακού. 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα με τίτλο The Garden of Earthly Delights του Hieronymus Bosch (μετ. 1490 – 1510)

Το χειρόγραφο ζωολόγιο του Aberdeen (Aberdeen Bestiary) του 12ου αιώνα, αναφέρει σχετικά με την κουκουβάγια: «Η κουκουβάγια συμβολίζει όλους αυτούς που έχουν παραδοθεί στο σκοτάδι της αμαρτίας και αυτούς που φεύγουν μακριά από το φως της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως ένα από τα ακάθαρτα πλάσματα στο Λευιτικό. Κατά συνέπεια, μπορούμε θεωρήσουμε ότι η κουκουβάγια συμβολίζει κάθε είδους αμαρτωλό.» (και συνεχίζει με διάφορα άλλα ωραία κι ενδιαφέροντα…)

Η σελίδα από το ζωολόγιο του Aberdeen για την κουκουβάγια.

Το έργο «Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» (μετ. 1797-1799) του Ισπανού ζωγράφου και χαράκτη Francisco Goya (1746 – 1828), αναπαριστά τον ίδιο να ακουμπάει το κεφάλι του σε ένα τραπέζι, καθώς κουκουβάγιες και νυχτερίδες τον περικυκλώνουν ενώ καλύπτει το κεφάλι με τα χέρια του. Τον 18ο αιώνα στην Ισπανία, η κουκουβάγια ήταν σύμβολο της ανοησίας, της βλακείας και της βρωμιάς.

Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα (μετ. 1797-1799) του Ισπανού ζωγράφου και χαράκτη Francisco Goya (1746 – 1828) [Πηγή: Wikimedia]

Βέβαια, δεν είναι μόνο «άλλοι» λαοί που υποτίμησαν την κουκουβάγια, την οποία οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τόσο πολύ αγάπησαν. Αν και σήμερα η λέξη «γλαύκα» περιγράφει κάθε μέλος της βιολογικής τάξης Γλαυκόμορφα (Strigiformes), η οποία περιλαμβάνει περίπου 200 είδη, στην αρχαία Ελλάδα η «γλαύκα» (όπως αντίστοιχα στη σύγχρονη Ελλάδα η λέξη «κουκουβάγια») ταυτιζόταν με το είδος Μικρή Κουκουβάγια, η οποία επιστημονικά ονομάζεται Αθηνά η νυκτία (Athene noctua), έχει κίτρινα μάτια,  ύψος γύρω στα 22 εκ. και βάρος μόλις 180 γραμμάρια. Αυτό είναι προφανές από τις αναπαραστάσεις του πουλιού που υπάρχουν τόσο στα αρχαία νομίσματα όσο και στα αγγεία.

Μικρή Κουκουβάγια, Athene noctua (Πηγή: Wikimedia)

Υπάρχει όμως άλλη μια «γλαύκα», μεγαλύτερη σε μέγεθος (ύψος γύρω στα 70 εκ. – το μεγαλύτερο νυχτόβιο αρπακτικό της Ευρώπης). Η κοινή της ονομασία είναι «Μπούφος» (επιστημονική ονομασία Bubo) και παρόλο που επίσης έχει σπινθηροβόλο βλέμμα και βλέπει και κυνηγά στο σκοτάδι, το όνομά της στη σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί συνώνυμο του βλάκα (ίσως γιατί τη μέρα παραμένει ακίνητη, με μισάνοιχτο στόμα κι ένα ελαφρώς «μπλαζέ» βλέμμα). Οι ουσιαστικές διαφορές του «βλάκα» μπούφου από την «σοφή» κουκουβάγια (εκτός από το μέγεθος φυσικά) είναι ότι, αντί για κίτρινα, τα μάτια του είναι πορτοκαλιά και φέρει δυο χαρακτηριστικούς θυσάνους φτερών στα αυτιά του.

Μπούφος (Πηγή: Wikimedia)

Παρατηρώντας τις διαφορές ανάμεσα στη Μικρή Κουκουβάγια και τον Μπούφο, πιστεύω ότι είναι προφανές πως η Αθηναϊκή Γλαύκα είναι σίγουρα η πρώτη (φανταστείτε την Αθηνά με ένα πουλί 70 πόντους να κάθεται στον ώμο της…). Από την άλλη, φαίνεται ότι αρκετοί σύγχρονοι γραφίστες δεν έχουν εντρυφήσει αρκετά στο θέμα, δημιουργώντας – άθελά τους – εικαστικά αποτελέσματα με ενδιαφέροντες συμβολισμούς.

Ο Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ), ο  οποίος καταργήθηκε το 2012, ήταν υπεύθυνος για την έκδοση όλων των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού, του Γυμνασίου, του Λυκείου και διαφόρων σχολών. Αυτό που μαθαίναμε στο σχολείο (και αναφέρεται επίσης στο σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας) είναι ότι το σήμα των βιβλίων του ΟΕΔΒ ήταν η κουκουβάγια. Όμως (όπως παρατήρησε και ο  δάσκαλος Γιώργιος Τρούλης στα Ρεθεμνιώτικα Νέα, 10/03/2010) αν δει ξανά κανείς το σήμα  υπό το φως των παραπάνω πληροφοριών, ενδέχεται να καταλήξει σε ένα λίγο διαφορετικό συμπέρασμα.

Η ίδια «κουκουβάγια» (αλλά με μεγαλύτερη σχεδιαστική λεπτομέρεια, η οποία βοηθά ακόμα περισσότερο στον προσδιορισμό του είδους της) απεικονίζεται στο έμβλημα της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ)  του Στρατού Ξηράς, ενώ στην ιστοσελίδα όπου περιγράφεται το έμβλημα, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Σύμπλεγμα κουκουβάγιας και διπλού πέλεκυ. Συμβολίζει τη μάθηση και τη γνώση (κουκουβάγια, σύμβολο των γραμμάτων και της σοφίας κατά την αρχαιότητα)»«. Άραγε ο γραφίστας είχε πάρει τιμητική άδεια για το «επίτευγμά» του;

Στο πρόγραμμα Γλαύκα, μια διαδικτυακή εφαρμογή για παιδιά με θέμα την αποκατάσταση των μνημείων της Ακρόπολης που αναπτύχθηκε από τον Τομέα Ενημέρωσης & Εκπαίδευσης της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης, πρωταγωνιστής είναι η Γλαύκα, ένα ιπτάμενο ρομπότ. Μόνο που, κατά τα φαινόμενα, η Γλαύκα ίσως να μην είναι και τόσο γλαύκα τελικά… (έχει όμως κίτρινα μάτια!) Αν μη τι άλλο, δεν μπορεί να προσάψει κανείς στους δημιουργούς της εφαρμογής ότι «κομίζουν γλαύκα ες Αθήνας». Μπούφο όμως;

Τέλος, η εφημερίδα LiFO στο editorial της 10/9/2007 με τίτλο «Nα σας συστήσουμε τον Τέλη!»  παρουσιάζει με καμάρι το νέο της λογότυπο τον Τέλη, «μια αθηναϊκή γλαύκα για την ακρίβεια» η οποία επιλέχθηκε με «σημείο αναφοράς το παλιό σήμα του ΟΕΔΒ»:

(Για να είμαι πάντως δίκαιος, πολλά από τα προσχέδια του γραφίστα που δεν επιλέχθηκαν ήταν όντως αθηναϊκές γλαύκες).

11. Το Ψυγείο της Βλακείας

«Ο άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα, οπλισμένος με βλακεία και καλή πέψη» είχε πει κάποτε ο Charles Dickens (1812 -1870). Βέβαια, το τι αποτελεί βλακεία και τι όχι είναι κάτι το οποίο είναι πολλές φορές εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσει κανείς. Γι’ αυτό άλλωστε σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις όπου βλακώδεις ιδέες κρίθηκαν ως ευφυείς καθώς και το αντίστροφο, ακόμη μάλιστα και από ανθρώπους που θεωρούνταν διανοητικά προικισμένοι.

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα:

  • Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο κεφάλαιο του «Περί τα ζώα ιστοριών» (350 π.Χ.), αναφέρει ότι «χουσι δ πλείους ο ρρενες τν θηλειν δόντας κα ν νθρώποις κα π προβάτων κα αγν κα ὑῶν» (δηλ. τα αρσενικά έχουν περισσότερα δόντια από τα θηλυκά, στην περίπτωση των ανθρώπων, των προβάτων, των αιγών και των χοίρων).

Χαρακτηριστικά του προσώπου ενός αρσενικού βλάκα (σύμφωνα με τον φυσιογνωμιστή J.C. Lavater)

  • Τον 18ο αιώνα άνθισε ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους η «επιστήμη» της «Φυσιογνωμικής«, σύμφωνα με την οποία μπορούσε κανείς να κρίνει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα ενός ατόμου με βάση την εξωτερική του εμφάνιση και κυρίως με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Μάλιστα συγγραφείς όπως ο  Balzac, ο Chaucer, ο Dickens, ο Hardy, και η Brontë χρησιμοποιούν στοιχεία της φυσιογνωμικής για να περιγράψουν τους χαρακτήρες τους.

  • Τη δεκαετία του 1930 στο Λονδίνο ήταν της μόδας τα «κλουβιά για μωρά» που κρεμούσε κανείς έξω από το παράθυρό του κι έβαζε μέσα το μωρό του για να παίρνει καθαρό αέρα και ήλιο!

Εδώ το σχετικό (διθυραμβικό) βιντεάκι στο YouTube:

Τέλος, τον Απρίλη του 1975, ο Gary Dahl, ένας διαφημιστής από τον Καλιφόρνια, μετά από μια συζήτηση σε ένα μπαρ με φίλους του που παραπονιόταν για τα κατοικίδιά τους, αποφάσισε να δημιουργήσει και να πουλήσει το τέλειο κατοικίδιο, το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πέτρα. Βάφτισε το προϊόν «Pet Rock» και η συσκευασία του (ένα χαρτόκουτο με τρύπες για να «αναπνέει» το κατοικίδιο) περιελάμβανε μια σκέτη γκρι πέτρα (από μάντρα οικοδομικών υλικών), λίγο άχυρο και ένα εγχειρίδιο 32 σελίδων σχετικά με τη φροντίδα και την εκπαίδευση(!) του κατοικίδιου (π.χ., πως να του μάθετε να υπακούσει σε εντολές όπως «μείνε», «κάτσε», «επίθεση», κλπ.). Η μόδα του Pet Rock κράτησε μόνο έξι μήνες, μέσα στους οποίους όμως πουλήθηκαν γύρω στο 1,5 εκατομμύρια κομμάτια (στην τιμή των $3.95 και με ελάχιστο κόστος παραγωγής), οπότε και ο Dahl έγινε πολυεκατομυριούχος.

Αρκετά λεξικά ορίζουν τη βλακεία ως την έλλειψη ευφυΐας. Στην ουσία, η μόνη μεταξύ σχέση τους αποτελεί το γεγονός ότι και οι δύο είναι ασαφείς, υποκειμενικές, έννοιες που αλλάζουν συνεχώς στο χώρο και στο χρόνο, ενώ συνήθως σχηματίζονται από κάποιο είδος «πλειοψηφίας» – κάτι συχνά θεωρείται ότι είναι «βλακεία», αν έρχεται σε αντίθεση με τη κοινή πρακτική, γνώση ή λογική. «Αν η βλακεία δεν ήταν τόσο παρόμοια με την πρόοδο, την ικανότητα, την ελπίδα και τη βελτίωση, τότε κανείς δεν θα ήθελε να είναι βλάκας», σημειώνει ο Αυστριακός συγγραφέας Robert Musil στην ομιλία του με τίτλο «Περί βλακείας» που έδωσε στη Βιέννη τον Μάρτιο του 1937 (στα ελληνικά η ομιλία υπάρχει στο βιβλίο με τίτλο «Περί βλακείας», από τις εκδόσεις Ολκός).

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη μέθοδος την οποία να μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς προκειμένου να μπορεί να διαχωρίσει μια ιδέα η οποία φαίνεται να είναι «βλακεία» γιατί είναι πολύ μπροστά από την εποχή της, από μια ιδέα η οποία ακούγεται βλακώδης γιατί όντως είναι.

Γενικά λοιπόν είναι καλύτερα κανείς να μην απορρίπτει μονομιάς βλακώδεις ιδέες ή και τα πρόσωπα που τις πρότειναν. Αντ’ αυτού καλό είναι να φυλάσσονται για μελλοντική αναφορά, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν – αν και όταν – έρθει η ώρα τους, ή σε περίπτωση που οτιδήποτε άλλο αποτύχει. Επιπλέον, καθώς ο κόσμος αλλάζει, υπάρχει μια πιθανότητα μια «πρώην» βλακώδης ιδέα να μεταλλαχθεί  – δίχως καμία τροποποίηση – σε ιδιοφυή.

Όμως ακόμη και οι «πραγματικά» βλακώδεις ιδέες δεν είναι και τόσο κακές. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως «πρώτη ύλη» για δημιουργική ή πλάγια σκέψη, ενώ ορισμένες φορές μια κακή ιδέα είναι στην πραγματικότητα μια καλή ιδέα που απλά χρειάζεται λίγο «χτένισμα». Επίσης, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που έχουν την εξαιρετική ικανότητα να μετατρέπουν τις κακές ιδέες σε καλές (αλλά, δυστυχώς, πολλοί περισσότεροι που μπορούν να επιτύχουν αβίαστα το αντίθετο).

Όπως και τα όνειρα, όλα τα είδη των ιδεών – καλές, κακές ή αδιάφορες – είναι κατασκευασμένα από το ίδιο υλικό – την ανθρώπινη διάνοια – το οποίο αποτελεί ένα πολύ ισχυρό εγκεφαλικό διεγερτικό. Έτσι λοιπόν, σαν τα κουνέλια, όσο πιο πολλές ιδέες εκτρέφει κανείς, τόσο περισσότερες αναπαράγονται. Και, αν συνήθως λένε ότι η ποσότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και ποιότητα, στο χώρο των ιδεών η ιστορία έχει αποδείξει ότι όσο πιο πολλές, τόσο καλύτερα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα προτεινόμενο εργαλείο δημιουργικής σκέψης είναι ένα «ψυγείο της βλακείας», μέσα στο οποίο θα μπορεί κανείς να συλλέγει «βλακώδεις» ιδέες και να τις διατηρεί πάντα φρέσκες, δίχως να μπορούν να «μολύνουν» η μία την άλλη. Κάθε τόσο, ή όποτε προκύπτει σχετική ανάγκη, θα μπορεί να ανοίγει την πόρτα του ψυγείου και να ελέγχει αν έχει έρθει η ώρα να ξεπαγώσει κάποια από τα περιεχόμενά του, ή απλά και μόνο για να εμπνευστεί.

stupidity_fridge

Το ψυγείο της βλακείας

10. Η Άγνοια είναι Δύναμη (2): Όταν η λύση «έξω-από-το-κουτί» είναι … το κουτί

Το 1926, ο Karl Duncker (1903 – 1940), στο πλαίσιο της διατριβής για το Μάστερ του στον τομέα της γνωστικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Clark της Μασαχουσέτης, παρουσίασε ένα πείραμα σχετικά με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων τον οποίο έμεινε στην ιστορία ως «το πρόβλημα του Duncker με το κερί’«. Το πείραμα λίγο-πολύ είχε ως εξής: Πάνω σε ένα τραπέζι υπήρχε ένα κουτί που περιείχε ένα κερί, μερικές πινέζες και σπίρτα. Ο Duncker ζητούσε από τους συμμετέχοντες να ανάψουν το κερί με τα σπίρτα και στη συνέχεια να προσπαθήσουν να το στερεώσουν στον τοίχο πάνω από το τραπέζι δίχως όμως να στάζει στην επιφάνεια του τραπεζιού.

candleBox1

Αυτό που παρατήρησε ο Duncker ήταν ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες προσπαθούσαν να στερεώσουν το κερί στον τοίχο χρησιμοποιώντας τις πινέζες ή λιώνοντάς το. Πολύ λίγοι από αυτούς σκέφτονταν να χρησιμοποιήσουν το κουτί ως «κηροπήγιο» και στη συνέχεια να το στερεώσουν στον τοίχο με τις πινέζες.

candleBox2

Ο Duncker ονόμασε το φαινόμενο αυτό «λειτουργική ακαμψία» (functional fixedness) και το περιέγραψε ως μια «νοητική προκατάληψη η οποία αποτρέπει ένα άτομο από το να χρησιμοποιήσει ένα γνωστό αντικείμενο με νέους τρόπους».

Ο Duncker επινόησε 2 επιπλέον πειράματα (ένα με 3 σχοινιά και ένα με συνδετήρες), τα οποία περιγράφονται συνοπτικά  στο άρθρο του Adamson με τίτλο Functional Fixedness as related to problem solving: A repetition of three experiments). Ο Adamson επανέλαβε τα 3 πειράματα του Duncker σε καλύτερα ορισμένες πειραματικές συνθήκες και κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα, αλλά επίσης παρατήρησε ότι η αδυναμία παραγωγής εναλλακτικών λύσεων μειώνεται σημαντικά όταν τα αντικείμενα που αποτελούν μέρος της λύσης δεν χρησιμοποιούνται ήδη όταν πρωτοπαρουσιάζονται (π.χ., το κουτί παρουσιάζεται κενό – ξεχωριστά από τα υπόλοιπα αντικείμενα – δίχως να προϊδεάζεται η χρήση τους ως δοχείο).

To 2000,  οι German και Defeyter σε ένα άρθρο τους στο περιοδικό Psychonomic Bulletin & Review με τίτλο «Immunity to functional fixedness in young children» (Ατρωσία των μικρών παιδιών στη λειτουργική ακαμψία) έδειξαν ότι ενώ τα παιδιά ηλικίας 6-7 ετών παρουσιάζουν αντίστοιχα «προβλήματα» λειτουργικής ακαμψίας με τους ενήλικες, τα παιδιά των 5 ετών είναι εντελώς «άτρωτα» στο φαινόμενο αυτό και δεν επηρεάζονται από το εάν το αντικείμενο της λύσης χρησιμοποιείται ήδη όταν παρουσιάζεται σε αυτά ή όχι. Μάλιστα, οι επιδόσεις τους όταν το αντικείμενο χρησιμοποιείται ήδη είναι καλύτερες από αυτές των μεγαλύτερων παιδιών.

Μια ενδιαφέρουσα έκφανση του φαινομένου – ιδιαίτερα για όσους ασχολούνται με τη σχεδίαση και την εκπαίδευση – παρουσιάζεται σε ένα άρθρο του 2005 των Chrysikou και Weisberg με τίτλο «Following the Wrong Footsteps: Fixation Effects of Pictorial Examples in a Design Problem-Solving Task«. Το άρθρο αυτό περιγράφει δύο πειράματα που εξετάζουν κατά πόσο η παρουσίαση εικονογραφικών παραδειγμάτων σε συνδυασμό με γραπτές οδηγίες σχετικά με ένα σχεδιαστικό πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσουν φαινόμενα «σχεδιαστικής ακαμψίας» σε φοιτητές με μικρή σχεδιαστική εμπειρία. Τα σχετικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι φοιτητές παρόλο που μελετούσαν τις οδηγίες, συνήθως ακολουθούσαν τα εικονογραφικά παραδείγματα ακόμα και όταν αυτά περιλάμβαναν στοιχεία τα οποία στην περιγραφή του προβλήματος αναφέρονταν ρητά ως προβληματικά. Το καλό πάντως είναι ότι όταν παρέχονταν ρητές οδηγίες σχετικά με την αποφυγή των χαρακτηριστικών αυτών των εικονογραφικών παραδειγμάτων, τότε η «ακαμψία» μειωνόταν σημαντικά.

Και τέλος, για ένα σύντομο διαλειμματάκι από τη λειτουργική ακαμψία μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά στα παρακάτω άρθρα:

Everyday items used to make creative illustrations by artist Javier Perez

99 Extraordinary, Creative and Unusual Uses for Ordinary and Everyday Objects

Top 17 Most Creative Uses From Ordinary Household Items

35 Lifechanging Ways To Use Everyday Objects

 

50 Creative Ways to Repurpose, Reuse and Upcycle Old Things

Σχετικά άρθρα:

  • Adamson, R.E. (1952). Functional Fixedness as related to problem solving: A repetition of three experiments. Journal of Experimental Psychology, 44, 288-291.
  • Chrysikou, Evangelia G.; Weisberg, Robert W. Following the Wrong Footsteps: Fixation Effects of Pictorial Examples in a Design Problem-Solving Task. Journal of Experimental Psychology: Learning, Memory and Cognition, Vol 31(5), Sep 2005, 1134-1148.
  • Duncker, K. (1945). On problem solving. Psychological Monographs, Vol. 58, No. 270, American Psychological Association
  • German, T.P., and Defeyter, M.A. Immunity to functional fixedness in young children. Psychonomic Bulletin & Review, December 2000, 7(4), 707-712

9. Η Άγνοια είναι Δύναμη: Πολύ σκληρός για … Einstellung

Στο βιβλίο 1984 του George Orwell τα τρία βασικά συνθήματα του Υπουργείου Αλήθειας (υιοθετώντας τη λογική της «Διπλής Σκέψης») είναι: «Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη. Η Ελευθερία είναι Σκλαβιά. Η Άγνοια είναι Δύναμη.» Ο Orwell βέβαια, αποδίδει στα συνθήματα αυτά αρνητικό χαρακτήρα και τα χρησιμοποιεί για να συνοψίσει στον αναγνώστη την πεμπτουσία του τρόπου χειραγώγησης των πολιτών από το Κόμμα. Για παράδειγμα, το τρίτο σύνθημα υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς ότι η άγνοια των πολιτών είναι δύναμη για το Κόμμα.

Σύμφωνα όμως με επιστημονικές μελέτες (αλλά ακόμα και με απτά παραδείγματα της καθημερινής μας ζωής) υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου – σε αντίθεση με αυτό που υποδεικνύει η «κοινή λογική» και με αυτά που μας μαθαίνουν στο σχολείο – «Η Άγνοια είναι Δύναμη».

«Ποιος από τους δύο κίτρινους κύκλους είναι μεγαλύτερος

circles

Όταν έδειξα την παραπάνω εικόνα σε 10 φοιτητές και τους ρώτησα ποιος από τους δύο κίτρινους κύκλους είναι μεγαλύτερος, όλοι ανεξαιρέτως απάντησαν ότι οι κύκλοι έχουν το ίδιο μέγεθος. Όταν τους ρώτησα γιατί το πιστεύουν αυτό, παραδέχτηκαν ότι στο παρελθόν είχαν ξαναδεί αντίστοιχες εικόνες σε τεστ με οπτικές απάτες, όπου η σωστή απάντηση είναι ότι τα δύο σχήματα, αν και δείχνουν διαφορετικά λόγω των άλλων σχημάτων που τα πλαισιώνουν, είναι ακριβώς τα ίδια. Όταν έκανα την ίδια ερώτηση σε 5 παιδάκια 3-6 ετών, όλα έδειξαν τον κύκλο στα δεξιά, ο οποίος όντως είναι κατά 8% μεγαλύτερος. Με άλλα λόγια, η προϋπάρχουσα γνώση των ενηλίκων τους επέβαλε μια απάντηση την οποία υιοθέτησαν αβίαστα παρόλο που ήταν αντίθετη με αυτό που τους υποδείκνυε ο εγκέφαλός τους. Αυτό βέβαια, δεν είναι τυχαίο, αφού ένα από τα βασικά στοιχεία της σχολικής εκπαίδευσης είναι ότι η «γνώση» είναι πάντα πιο σημαντική από τη διαίσθηση και την προσωπική εμπειρία. Από την άλλη, η άγνοια των μικρών παιδιών, όπως και στο παραμύθι με τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα, τους επέτρεψε να μην είναι προκατειλημμένα και να δηλώσουν αυθόρμητα μια τόσο προφανή αλήθεια.

Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα. Εικονογράφηση του Vilhelm Pedersen (1820 – 1859). [πηγή: Wikipedia]

Η περίπτωση αυτή είναι ένα απλό παράδειγμα, ενός φαινομένου το οποίο επιστημονικά αποκαλείται “Einstellung effect” (σε ελεύθερη μετάφραση «το αποτέλεσμα της Ρύθμισης»), του οποίου «νονός» ήταν o Abraham Luchins. Ο  Luchins το 1942 διεξήγαγε μια σειρά από πειράματα στα οποία οι συμμετέχοντες έπρεπε να μετρήσουν συγκεκριμένες ποσότητες νερού χρησιμοποιώντας 3 κανάτες γνωστής χωρητικότητας. Οι συμμετέχοντες, 483 παιδιά ηλικίας 9-12 ετών, ήταν χωρισμένοι σε 2 ομάδες. Στην ομάδα Α έδωσε πρώτα 5 προβλήματα «προπόνησης», προτού τους αναθέσει να επιλύσουν τα 4 προβλήματα του πειράματος. Τα προβλήματα «προπόνησης» απαιτούσαν όλα ακριβώς την ίδια προσέγγιση για να επιλυθούν. Στην ομάδα Β («ομάδα ελέγχου»), δεν έδωσε καθόλου προβλήματα «προπόνησης». Αυτό που προέκυψε μέσα από τα πειράματα αυτά ήταν ότι η ομάδα Α κατά κανόνα υιοθετούσε τη λύση που είχε μάθει στην προπόνηση ακόμα και αν για τα τελικά προβλήματα υπήρχε απλούστερη ή και εντελώς διαφορετική λύση, ενώ η ομάδα Β δεν επέδειξε τέτοιου είδους συμπεριφορά. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν σε αντίστοιχα πειράματα (που διεξήγαγε το 1950 μαζί με τη γυναίκα του Edith Hirsch Luchins) δόθηκε στους συμμετέχοντες προφορικά η προειδοποίηση «μην είστε τυφλοί», το φαινόμενο Einstellung μειώθηκε αισθητά. Επίσης παρατήρησαν ότι σε περιπτώσεις όπου η πίεση αυξάνεται (π.χ., λόγω χρονικών περιορισμών, κρισιμότητας του διαγωνίσματος) η επίδραση του φαινομένου Einstellung αυξάνεται δραματικά.

Woman Pouring Water into a Jar, Gerrit Dou, c.1640, Musée du Louvre, Paris
(πηγή: WikiArt)

Στην ταινία “Die Hard III with a vengeance” (Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει 3) ο John McLane (Bruce Willis) μαζί με τον Zeus (Samuel L. Jackson) καλούνται να επιλύσουν μια σειρά από δύσκολους γρίφους προκειμένου να σώσουν την πόλη από τον σατανικό Peter Krieg (Jeremy Irons). Ο τέταρτος γρίφος είναι το πρόβλημα με τις κανάτες, καθώς πρέπει να μετρήσουν ακριβώς 4 γαλόνια χρησιμοποιώντας δοχεία των πέντε και των τριών γαλονιών.

Το σχετικό απόσπασμα από την ταινία:

Υπάρχουν επίσης πρόσφατες μελέτες σχετικά με το σκάκι (ένα ενδιαφέρον άρθρο είναι το «Psychological warfare and Einstellung effect» των Heather Sheridan και Rick Lahaye), οι οποίες αναφέρουν ότι και σε αυτό το χώρο υπάρχει έντονο το φαινόμενο Einstellung και μάλιστα επηρεάζει εξίσου τους νέους όσο και τους έμπειρους παίκτες (και οι δύο κατηγορίες έχουν περίπου 50% πιθανότητα να πέσουν θύματά του), ωθώντας τους να καταναλώνουν περισσότερο χρόνο εξετάζοντας οικίες λύσεις και λιγότερο αναζητώντας νέες, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να επιλέγουν μια οικία λύση ακόμα και όταν αυτή δεν είναι η βέλτιστη δυνατή (η διαφορά ανάμεσα στους έμπειρους και τους άπειρους είναι ότι οι πρώτοι όταν δεν επιλέγουν μια «Einstellung» λύση, διαλέγουν τη βέλτιστη δυνατή, ενώ οι δεύτεροι επιλέγουν – πλην ελάχιστων εξαιρέσεων – μια ακόμα χειρότερη). Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι ο Emanuel Lasker, Γερμανός μαθηματικός, φιλόσοφος και Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι για 27 ολόκληρα χρόνια (από το 1894 ως το 1921), έδινε την εξής συμβουλή επιτυχίας:»όταν δεις μια καλή κίνηση – περίμενε – και αναζήτησε μια καλύτερη!»

Με βάση τα παραπάνω, αν αναλογιστεί κανείς το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αντιλαμβάνεται ότι – σε μεγάλο βαθμό – δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μαραθώνια «προπόνηση» για το φαινόμενο  Einstellung – ένας τεράστιος μηχανισμός «Ρύθμισης» των παιδικών εγκεφάλων, καθώς, από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού ως και τα τελευταία έτη του Πανεπιστημίου, οι μαθητές «εκπαιδεύονται» συστηματικά στο αναπαράγουν ξανά και ξανά τις ίδιες «σωστές» λύσεις και προδιαγεγραμμένες απαντήσεις ενός εθνικού «τυφλοσούρτη», σε όλα ανεξαιρέτως τα μαθήματα από τα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες έως ακόμη και την Έκθεση.

 

Σημαντική σημείωση: Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, θα πρέπει να τονίσω στο σημείο αυτό ότι το συγκεκριμένο άρθρο δεν προσπαθεί να προπαγανδίσει ότι η άγνοια είναι καλό πράγμα και η γνώση κακό (ούτως ή άλλως, η γενικότερη φιλοσοφία και προσέγγιση του blog είναι ότι στο χώρο της σκέψης δεν μπορούν να υπάρχουν δίπολα τύπου άσπρο-μαύρο). Από την άλλη όμως, η γνώση δεν είναι απόλυτη, ούτε και σταθερή. Ιδιαίτερα στον χώρο της επιστήμης, η «μοίρα» κάθε γνώσης είναι αναπόφευκτα κάποια στιγμή να επεκταθεί, να διορθωθεί ή ακόμη και να καταργηθεί. Έτσι λοιπόν, είναι σημαντικό κανείς να έχει ανοικτό μυαλό και να μην προσκολλάται σε κάτι επειδή «έτσι το έμαθε». Τα μεγάλα άλματα στην ανθρώπινη σκέψη συνήθως δεν γίνονται συμπληρώνοντας προϋπάρχουσες γνώσεις, αλλά ανατρέποντας εντελώς τις εκάστοτε θεωρίες και δεδομένα. Γι’ αυτό άλλωστε συνήθως τα βαφτίζουμε και «επαναστάσεις». Επιπλέον, όταν μιλάμε για καινοτομία, αυτή αναγκαστικά μόνο στο χώρο της άγνοιας μπορεί να αναζητηθεί. Επομένως, δεν είναι κακό μερικές φορές προτού αναζητήσουμε μια λύση σε ένα πρόβλημα μέσα από τις γνώσεις άλλων, να σχηματίσουμε πρώτα τη δική μας λύση, έχοντας φυσικά «επίγνωση της άγνοιάς μας». Στη συνέχεια, αφού αποκτήσουμε σχετικές γνώσεις μπορούμε να δούμε και να συγκρίνουμε μήπως η άγνοια, μας επέτρεψε να σκεφτούμε κάτι το διαφορετικό. Σε περίπτωση που εμείς είμαστε ήδη γνώστες (και άρα προκατειλημμένοι), μπορούμε κάλλιστα να ρωτήσουμε κάποιον που δεν γνωρίζει και να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε καινοτόμα στοιχεία μέσα από τη δική του οπτική γωνία.

Τα σχετικά άρθρα των Luchins:

  • Luchins, A. S. Mechanization in problem solving – the effect of Einstellung. Psychological Monographs, 54, No. 6, 95 (1942)
  • Luchins, A. S., & Luchins, E. H. (1950). New experimental attempts at preventing mechanization in problem solving. Journal of General Psychology, 42, 279–297.

8. Abba-Dabba-Ooga-Booga … ουκ εν τω πολέμω θνήξεις

Το ενδιαφέρον βιβλίο του Craig Conley με τίτλο «Magic Words: A Dictionary» περιλαμβάνει μια συλλογή από 720 μαγικές λέξεις και φράσεις από όλον τον κόσμο, οι οποίες συνοδεύονται από περιγραφές σχετικά με την προέλευσή τους, καθώς και από ιστορικά και άλλα στοιχεία (σημ.: το βιβλίο υπάρχει και on-line).  Διαβάζοντας κανείς τον πίνακα περιεχομένων μπορεί να δει ότι πάρα πολλές από αυτές (αν όχι οι περισσότερες) είναι λέξεις δίχως νόημα, δηλ. «ανοησίες», όπως για παράδειγμα “Abracadabra”, “Alakazam”, και η αγαπημένη μου “Abba-Dabba-Ooga-Booga-Hoojee-Goojee-Yabba-Dabba-Doo”. Και όποιος έχει διαβάσει ή δει τις ιστορίες του Harry Potter, θα έχει παρατηρήσει ίσως ότι όλα τα ξόρκια είναι ακαταλαβίστικες λέξεις (στη συγκεκριμένη περίπτωση, η J. K. Rowling έχει χρησιμοποιήσει λέξεις δίχως νόημα που προέρχονται ή μοιάζουν με Λατινικές).

Τα ξόρκια από τις ταινίες του Harry Potter:

Αυτό βέβαια, δε συμβαίνει καθόλου τυχαία. Η «ανοησία» (δηλ., η έλλειψη συγκεκριμένου ή μοναδικού νοήματος) είναι πολύ πιο ισχυρή από το νόημα, κυρίως επειδή μπορεί να αποκτήσει οποιοδήποτε νόημα, αφήνοντας έτσι ανοιχτό ένα «παραθυράκι» για να παρεισφρήσει η φαντασία. Η ίδια μαγική λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βγάλει ένας ταχυδακτυλουργός ένα κουνέλι από το καπέλο του ή για να μετατρέψει μια μάγισσα έναν πρίγκιπα σε βάτραχο. Οι δυνάμεις και τα όρια μιας «ανόητης» λέξης περιορίζονται μόνο από τη φαντασία και τη δημιουργικότητα αυτού που την προφέρει. Όταν όμως μια μαγική λέξη είναι έστω και μερικώς κατανοητή, τότε οι δυνάμεις της αυτομάτως μειώνονται. Για παράδειγμα, η φράση «σουσάμι άνοιξε» μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για να ανοίξει τη σπηλιά των 40 κλεφτών ή το πολύ-πολύ την πόρτα από κάποιο «έξυπνο» σπίτι του μέλλοντος.

Παρεμπιπτόντως, το Abracadabra – ή Αβρακαδάβρα(!) στην Ελληνική του απόδοση όπως το βρήκα στη Βικιπαίδεια – είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση «ανόητης» μαγικής λέξης, καθώς η προέλευσή του χάνεται στα βάθη των αιώνων, έχει χρησιμοποιηθεί από μια πληθώρα πολιτισμών και συναντάται σε πολλές γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, υπάρχει η εικασία ότι είναι διεθνώς η  περισσότερο οικουμενικά υιοθετημένη φράση που προφέρεται σε τόσες πολλές γλώσσες αυτολεξεί, δίχως μετάφραση, Η πιο διαδεδομένη άποψη είναι ότι προέρχεται από την Αραμαϊκή γλώσσα , η οποία συγγενεύει στενά με την εβραϊκή και η προέλευσή του αποδίδεται στους Χαλδαίους, έναν Βιβλικό λαό από τη Βαβυλώνα που υπήρξε μεταξύ του 10ου και του 6ου αιώνα π.Χ.. Η πρώτη γνωστή αναφορά της είναι σε ένα βιβλίο του 3ου αιώνα μ.Χ. με τίτλο Liber Medicinalis του ιατροφιλόσοφου Serenus Sammonicus και αφορά στην κατασκευή φυλαχτών με ιατρικές ιδιότητες.

Η ιέρεια των Δελφών, πίνακας του Τζων Κόλιερ, 1891
[πηγη: Wikimedia Commons]

Όμως δεν είναι μόνο στη μαγεία, στα παραμύθια και στα ταχυδακτυλουργικά κόλπα όπου η δύναμη των «ανόητων» λέξεων και φράσεων είναι τόσο μεγάλη.  Από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως και τον 4ο αιώνα μ.Χ. το μαντείο των Δελφών αποτελούσε το γνωστότερο μαντείο της Αρχαίας Ελλάδας και του τότε γνωστού κόσμου. Εκεί, η Πυθία, η Πρωθιέρεια του Θεού Απόλλωνα, χρησμοδοτούσε σε κατάσταση έκστασης, καθισμένη σε έναν τρίποδα πάνω από ένα χάσμα γης που ανέδιδε αναθυμιάσεις. Οι ακατάληπτοι χρησμοί της Πυθίας «μεταφράζονταν» σε έμμετρους διφορούμενους στίχους από έναν ιερέα – τον «προφήτη». Με άλλα λόγια, οι «ανοησίες» της Πυθίας, μεταφράζονταν σε περισσότερο κατανοητές «ανοησίες». Σε αυτήν την περίπτωση, η ανοησία είχε διττό ρόλο: αφενός, αναδείκνυε το γεγονός ότι ένας κοινός θνητός δεν θα μπορούσε ποτέ να επικοινωνήσει απευθείας με έναν θεό (αλλιώς το μαντείο δεν θα είχε κανέναν ρόλο) και αφετέρου, ένας θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει λάθος (αλλιώς το μαντείο δεν θα είχε δύναμη) – οι θνητοί είναι αυτοί που ενίοτε ενδέχεται να μην καταλάβαιναν σωστά τα «λεγόμενά» του. Παρόλο λοιπόν που οι άνθρωποι γνώριζαν ότι ο χρησμός που θα λάβαιναν θα ήταν «μεταφρασμένος» και διφορούμενος, το μαντείο των Δελφών θεωρούταν το εγκυρότερο όλων και είχε τεράστια δύναμη, ενώ η συμβουλή του θεωρούταν απαραίτητη τόσο για καθημερινά, όσο και για εξαιρετικά σημαντικά θέματα όπως οι πόλεμοι και οι αποικισμοί. 

Ο πιο διάσημος ίσως χρησμός της Πυθίας, είναι ο περίφημος «Ήξεις, αφήξεις ουκ, εν τω πολέμω θνήξεις» (από όπου μας έχει μείνει και η έκφραση «Ήξεις, αφήξεις»), τον οποίο όμως όπως διάβασα πρόσφατα σε ένα άρθρο του Νίκου Σαραντάκου με τίτλο «Ήξεις χωρίς αφίξεις», ουδέποτε φαίνεται να έχει ειπωθεί από το Μαντείο των Δελφών, καθώς δεν αναφέρεται πουθενά στην αρχαία γραμματεία, ούτε αυτολεξεί, ούτε καν στο περίπου.

7. Alexander Graham Bell: Χαμένος (αλλά και κερδισμένος) στη μετάφραση…

Ο Alexander Graham Bell από την ηλικία των 18 ετών πειραματιζόταν με τη μετάδοση του ήχου. Κάποια στιγμή συνέταξε μια σύντομη αναφορά και την έστειλε στον Alexander John Ellis, έναν συνάδελφο του πατέρα του, ο οποίος ήταν μαθηματικός και φιλόλογος (!), πολύ γνωστός για τη δουλειά του στο πεδίο της Φωνητικής. Ο Ellis απάντησε στον Bell ότι τα πειράματα που ανέφερε ήταν συναφή με δουλειά η οποία ήδη διεξαγόταν στη Γερμανία και του έστειλε μάλιστα ένα αντίγραφο της διατριβής του Hermann von Helmholtz με τίτλο «Die Lehre von den Tonempfindungen als physiologische Grundlage für die Theorie der Musik» (Επί της αίσθησης του τόνου ως φυσιολογική βάση της θεωρίας της μουσικήςεδώ στα Αγγλικά).

Ο Alexander Graham Bell μιλάει στο τηλέφωνο. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Bell καταρχάς απογοητεύτηκε όταν έμαθε πως αυτό που θεωρούσε ως καινοτόμες δικές του ιδέες, είχαν ήδη εφαρμοστεί την πράξη από κάποιον άλλο, αλλά δεν το έβαλε και κάτω. Αποφάσισε λοιπόν να κάνει κάτι λιγότερο φιλόδοξο από το αρχικό του σχέδιο και να επεκτείνει τη δημοσιευμένη δουλειά του Helmholtz.

Ένας συντονιστής Helmholtz. [πηγή: Wikimedia Commons]

Ο Helmholtz στο κείμενό του υποστήριζε ότι ήταν δυνατόν οι ήχοι των φωνηέντων να παραχθούν χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ηλεκτρικών διαπασών και αντηχείων. O Bell όμως, καθώς αφενός δεν γνώριζε Γερμανικά και αφετέρου είχε στο μυαλό του αυτό που ο ίδιος προσπαθούσε να επιτύχει, έβγαλε το (λανθασμένο) συμπέρασμα ότι ο Helmholtz είχε κατασκευάσει ένα μηχάνημα το οποίο όχι μόνο παρήγαγε, αλλά επίσης μετέδιδε τους ήχους των φωνηέντων. Έτσι, αποφάσισε να πειραματιστεί με κάτι το οποίο έδειχνε να είναι απόλυτα εφικτό – να επεκτείνει τις δυνατότητες του μηχανήματος ώστε να μπορεί να μεταδίδει και άλλους ήχους (π.χ., σύμφωνα).

Αυτό το λάθος τελικά τον οδήγησε στην εφεύρεση του τηλεφώνου και όπως αργότερα παραδέχτηκε: «Δίχως να γνωρίζω πολλά σχετικά με το θέμα, πίστεψα ότι εάν ο ήχος των φωνηέντων μπορούσε να παραχθεί με ηλεκτρικά μέσα, τότε θα μπορούσαν να παραχθούν αντίστοιχα και τα σύμφωνα, και ο αρθρωμένος λόγος… Νόμιζα ότι ο Helmholtz το είχε ήδη καταφέρει … και ότι αποτυχία μου οφειλόταν μόνο στην άγνοια μου σχετικά με τον ηλεκτρισμό. Ήταν μια πολύτιμη γκάφα … Μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Αν μπορούσα να διαβάσω Γερμανικά εκείνη την εποχή, ίσως να μην είχα ξεκινήσει τα πειράματά μου!» [Πηγή: Shulman,S. The Telephone Gambit: Chasing Alexander Graham Bell’s Secret. W. W. Norton & Company  (2008), 48]

Όπως και στις περιπτώσεις του Orson Welles και του George Bernard Dantzig,  υπάρχουν φορές όπου η άγνοια μπορεί να προσφέρει αυτοπεποίθηση και να λειτουργήσει εκ των υστέρων ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: κάτι το οποίο το συγκεκριμένο άτομο  (λόγω της άγνοιας του) νόμιζε αρχικά ότι ήταν εφικτό ενώ αυτοί που «γνώριζαν» θεωρούσαν ότι δεν ήταν, τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν!

ΥΓ: Μια μικρή ιστορία σχετικά με το τηλέφωνο, η οποία αποδεικνύει ότι το τι θεωρείται ως «βλακεία» (κακή ιδέα) και τι όχι είναι καθαρά υποκειμενικό (και συχνά πέρα για πέρα λάθος) είναι η ακόλουθη. Το 1876, ο William Orten ήταν πρόεδρος της Western Union, η οποία κατείχε το μονοπώλιο της τότε πιο προηγμένης διαθέσιμης τεχνολογίας επικοινωνιών, του τηλέγραφου. Στον Orten προσφέρθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια νέα εφεύρεση, το τηλέφωνο, για $100.000 (σημερινή αξία περίπου 2 εκ. δολάρια). Αυτός θεώρησε την όλη ιδέα γελοία, και μάλιστα έγραψε απευθείας στον Alexander Graham Bell, λέγοντας: «Μετά από προσεκτική εξέταση της εφεύρεσής σας, ενώ είναι ένας πολύ ενδιαφέρον νεωτερισμός, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει εμπορικές δυνατότητες… Τι χρησιμότητα θα μπορούσε να έχει ένα ηλεκτρικό παιχνίδι για την εταιρεία μας;» Δύο χρόνια αργότερα, αφού η χρήση του τηλεφώνου είχε αρχίσει να εξαπλώνεται με ραγδαίους ρυθμούς, ο Orten συνειδητοποίησε το μέγεθος του λάθους του και για χρόνια προσπαθούσε (ανεπιτυχώς) να προσβάλλει τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας του Bell.

 

6. George Bernard Dantzig: Μαθηματική (δι)ά[γ]νοια

To 1939, o George Bernard Dantzig (ο ποίος σήμερα θεωρείται ως ο «πατέρας» του  Γραμμικού Προγραμματισμού) ήταν διδακτορικός φοιτητής στο πανεπιστήμιο του Berkeley,  στον τομέα της Στατιστικής.

Ένα πρωί έφτασε καθυστερημένος στην τάξη και είδε δύο προβλήματα γραμμένα στον πίνακα. Υποθέτοντας ότι είναι εργασίες για το σπίτι, τα αντέγραψε και επέστρεψε σπίτι. Μετά από μερικές μέρες, επισκέφθηκε το γραφείο τού επιβλέποντα καθηγητή του και αφού απολογήθηκε που του πήρε τόσο πολύ για να παραδώσει τις εργασίες (γιατί τα προβλήματα του είχαν φανεί σχετικά δυσκολότερα από άλλες φορές) τον ρώτησε αν μπορούσε ακόμη να τις δώσει. Ο καθηγητής τού είπε να τις αφήσει πάνω στο γραφείο του (πάνω στο οποίο παρεμπιπτόντως υπήρχαν αρκετές στοίβες εργασιών και φαινόταν αρκετά πιθανό να χαθούν για πάντα).

Έξι εβδομάδες αργότερα, ένα Κυριακάτικο πρωί γύρω στις 8, η γυναίκα του Dantzig ξύπνησε από κάποιον που κτυπούσε επίμονα την εξώπορτα. Ήταν ο επιβλέπων καθηγητής, ο οποίος μπήκε ενθουσιασμένος στο σπίτι λέγοντας: «Έχω γράψει μια εισαγωγή για τις εργασίες σου. Ρίξε μια ματιά για να τις στείλουμε για δημοσίευση.» Τότε, ο έκπληκτος Dantzig ανακάλυψε ότι αυτό που θεωρούσε ως «εργασίες για το σπίτι», ήταν στην πραγματικότητα δύο παραδείγματα προβλημάτων της Στατιστικής για τα οποία ως τότε δεν υπήρχε απόδειξη! Ένα χρόνο αργότερα, οι λύσεις των δύο αυτών προβλημάτων αποτέλεσαν το περιεχόμενο της διδακτορικής διατριβής του.

Ορισμένες φορές, όπως και στην περίπτωση του Orson Welles, η άγνοια μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε κάποιον να δοκιμάσει και να επιτύχει κάτι, το οποίο οι «γνώστες» να θεωρούν (επειδή έτσι έχουν διδαχθεί) ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο, ή ακόμη και αδύνατο…

[πηγή: snopes.com: The Unsolvable Math Problem]

5. Orson Welles: Άγνοια για Όσκαρ

Ο Αμερικάνος σκηνοθέτης Orson Welles (1915 – 1985) είναι παγκοσμίως γνωστός στο ευρύ κοινό για δύο κυρίως πράγματα: την περίφημη ραδιοφωνική μετάδοση του «Πολέμου Των Κόσμων» η οποία έσπειρε τον πανικό στους κατοίκους του Νιου Τζέρσεϊ και της Νέας Υόρκης που πίστεψαν ότι είχε γίνει εισβολή  εξωγήινων από τον Άρη και για την ταινία του «Πολίτης Κέιν» (1941), η οποία θεωρείται από πολλούς ως μία από τις καλύτερες όλων των εποχών και έλαβε την πρώτη θέση στη λίστα των 100 καλύτερων ταινιών που θεσπίστηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

Πολλοί άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους κι εγώ, όταν σκεφτόμαστε τον Welles μας έρχεται στο μυαλό η γνωστή εμβληματική μορφή του ώριμου, πληθωρικού, γενειοφόρου άνδρα. Έτσι λοιπόν, ήταν αρκετά μεγάλη η έκπληξή μου όταν διάβασα ότι ο «Πολίτης Κέιν», με τις 9 υποψηφιότητες για Όσκαρ, τα διθυραμβικά σχόλια των απανταχού κριτικών και τις καινοτόμες αφηγηματικές και κινηματογραφικές τεχνικές, ήταν μόλις η πρώτη του ταινία, την οποία γύρισε σε ηλικία 25 ετών, χωρίς να έχει την παραμικρή σχετική εμπειρία!

Το 1960, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη του στον Huw Wheldon  , η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Mark W. Estrin με τίτλο Orson Welles: Interviews (Conversations with Filmmakers), ο Welles απαντά στην ερώτηση πού βρήκε την αυτοπεποίθηση για να κάνει την ταινία:

Welles: Άγνοια, άγνοια, καθαρή άγνοια – ξέρετε δεν υπάρχει κανενός είδους αυτοπεποίθηση που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Πιστεύω ότι μόνο όταν γνωρίζει κανείς κάτι για ένα επάγγελμα, είναι συνεσταλμένος ή προσεκτικός.

Wheldon: Πώς αυτή η άγνοια αναδείχθηκε;

Welles: Νόμιζα ότι κάποιος μπορούσε να κάνει με μια κάμερα, ξέρεις, οτιδήποτε μπορούσε να κάνει το μάτι και η φαντασία. Αν έχεις σταδιακά ανελιχθεί μέσα από τη βιομηχανία του κινηματογράφου τότε έχεις διδαχθεί όλα τα πράγματα που ένας κάμεραμαν δεν θέλει να δοκιμάσει από φόβο ότι θα δεχθεί κριτική για το γεγονός ότι απέτυχε. Και σε αυτή την περίπτωση είχα έναν κάμεραμαν που δεν τον ένοιαζε αν θα τον κατέκριναν σε περίπτωση αποτυχίας κι εγώ δεν ήξερα ότι υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσες να κάνεις, κι έτσι οτιδήποτε μπορούσα να σκεφτώ στα όνειρά μου προσπάθησα να το φωτογραφίσω.

Wheldon: Κατάφερες να βγεις από όλο αυτό με τεράστιες τεχνικές καινοτομίες, έτσι δεν είναι;

Γουέλς: Απλά με το να μην γνωρίζω ότι ήταν αδύνατες, ή θεωρητικά αδύνατες.

—> Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=DQCnrPr3qIA

Σχεδόν εκατό χρόνια πριν από τη συνέντευξη αυτή, ο  Charles Darwin είχε γράψει στο The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex (1871) : “Ignorance more frequently begets confidence than does knowledge” (Η άγνοια γεννά συχνότερα την αυτοπεποίθηση από ότι η γνώση). Πόσο δίκιο είχε…

4. Οι «ανόητες» επιγραφές των Αρχαίων Ελλήνων και τα «βαρβαρελληνικά»

Ως τον 7ο αιώνα π.Χ., τα βασικά θέματα των ελληνικών αγγείων ήταν γεωμετρικά μοτίβα και εξωτικά ζώα ή τέρατα. Μετέπειτα, οι σκηνές που εμφανίζονται σε αυτά αλλάζουν και αρχίζουν να παρουσιάζουν ιστορίες (πόλεμος, κυνήγι, μυθολογικά θέματα), αλλά και καθημερινές δραστηριότητες (αγωνίσματα, συμπόσια, κορίτσια που γεμίζουν τα σταμνιά τους). Ταυτόχρονα, οι Έλληνες αγγειογράφοι προσθέτουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών των σκηνών (ή ακόμα και των αντικειμένων).

Ο Διόνυσος και δύο Μαινάδες, η μία κρατά έναν λαγό (μελανόμορφος αμφορέας, περ. 550–530 π.Χ.) Φέρει τις επιγραφές ΔΙΟΝΥΣΟΣ και ΑΜΑΣΙΣ ΜΕΠΟΙΕΣΕΝ (ο Αμασις με έφτιαξε). [πηγή: Wikimedia Commons]

Καθώς περνούν τα χρόνια, τα θέματα των αγγείων εμπλουτίζονται και ταυτόχρονα προσθέτονται νέα είδη επιγραφών, όπως για παράδειγμα τα ονόματα των δημιουργών τους, ευχές, «διαφημιστικά» μηνύματα (αγόρασέ με και καλοψωνίζεις), κλπ. [Όλα αυτά τα στοιχεία τα έχω αντλήσει από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Αλίκης Kauffman-Σαμαρά με τίτλο «Επιγραφές στα μελανόμορφα αγγεία του 6ου αιώνα π.Χ.«]

Ανάμεσα στα διάφορα είδη των επιγραφών, υπάρχουν και κάποιες οι οποίες στο άρθρο της Kauffman-Σαμαρά αναφέρονται ως «ασυνάρτητες επιγραφές» και «ψευδοεσπιγραφές», ενώ αλλού τις βρήκα επίσης και ως «χωρίς νόημα επιγραφές». Στα Αγγλικά, χρησιμοποιείται ο όρος «nonsense inscriptions». Εν συντομία, οι εναλλακτικές ερμηνείες που έχουν δοθεί από τους αρχαιολόγους έως σήμερα για αυτές είναι οι εξής:

(α) Έχουν γίνει από αγράμματους αγγειογράφους οι οποίοι (για λόγους κύρους) ήθελαν να το «παίξουν» εγγράμματοι.

(β) Έχουν γίνει από αγράμματους αγγειογράφους οι οποίοι προσπαθούσαν να μιμηθούν την «υπογραφή» ενός γνωστότερου καλλιτέχνη (κάτι σαν τα σημερινά «μαϊμού» προϊόντα, δηλαδή).

(γ) Έχουν γίνει από (αγράμματους) αγγειογράφους για διακοσμητικούς λόγους.

Η λεγόμενη «Πιετά του Μέμνονος». Η Ηώς ανασηκώνει το πτώμα του γιου της Μέμνονα. Αττικό ερυθρόμορφο αγγείο (περ. 480-490 π.Χ.). Περιλαμβάνει διάφορες επιγραφές «με νόημα», όπως ΗΕΡΜΟΓΕΝΕΣ ΚΑΛΟΣ, ΗΕΟΣ (Ηώς), ΔΟΡΙΣ ΕΓΡΑΦΣΕΝ, ΜΕΜΝΟΝ, ΚΑΛΙΑΔΕΣ ΕΠΟΙΗΣΕΝ καθώς και την «ανόητη» επιγραφή ΕΕΝΕΜΕΚΝΕΡΙΝΕ. [πηγή: Wikimedia Commons]

Δεν ξέρω αν οφείλεται στην άγνοια μου γύρω από το θέμα ή (και) στο γεγονός ότι προέρχομαι από το χώρο των θετικών επιστημών, αλλά όλες οι παραπάνω ερμηνείες δεν φαίνονται ιδιαίτερα πειστικές.

Καταρχάς, από τη στιγμή που οι «αγράμματοι» καλλιτέχνες μπορούσαν να αναγνωρίσουν και να αναπαράγουν σωστά τους χαρακτήρες του αλφαβήτου, δεν ήταν «εντελώς» αγράμματοι. Γνώριζαν τη μορφή, τη λειτουργία και τη χρήση των γραμμάτων. Επομένως, ήξεραν ότι ορισμένοι συνδυασμοί τους είχαν νόημα και κάποιοι άλλοι όχι. Άρα, αν κάποιος αγράμματος ήθελε να φανεί ως «γραμματιζούμενος», το φυσικό επόμενο θα ήταν να αντέγραφε κάποιες έτοιμες λέξεις, πράγμα που είναι και πολύ ευκολότερο από το να δημιουργήσει νέες, αυτοσχέδιες. Επίσης, οποιοδήποτε «αγράμματο» άτομο με βασικό επίπεδο νοημοσύνης, σίγουρα θα μπορούσε να κατανοήσει ότι κανείς δεν θα το θεωρούσε ως εγγράμματο αν έγραφε πάνω στα αγγεία του ασυναρτησίες. Και εν τέλει, αν το έκανε στην αρχή, κάποια στιγμή κάποιος άλλος θα του το έλεγε. Άρα, το (α) φαίνεται να είναι η λιγότερο βάσιμη ερμηνεία.

Το (β) τώρα, είναι εξίσου προβληματικό με το (α). Γιατί αν ήθελε ο αγγειογράφος να μιμηθεί την υπογραφή κάποιου άλλου, ήταν πολύ πιο εύκολο (και με καλύτερο αποτέλεσμα) να την αντιγράψει, από το να φτιάξει μια δική του.

Με βάση τα παραπάνω, το (γ) αρχίζει πλέον να μοιάζει κάπως πιθανό, αν δεν υπήρχαν δύο τουλάχιστον σχετικά προβλήματα. Πρώτον, όσο κι αν έψαξα δεν κατάφερα να βρω κάποια άλλη αναφορά όπου στην Αρχαία Ελλάδα τυχαίες ακολουθίες γραμμάτων να χρησιμοποιούνται για διακοσμητικούς λόγους (να τονίσω και πάλι βέβαια, ότι οι γνώσεις μου σχετικά με το θέμα είναι εξαιρετικά περιορισμένες). Δεύτερον, συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο αγγείο επιγραφές «χωρίς νόημα» μαζί με «κανονικές» (π.χ. περίπου το 1/3 από αυτά που περιέχονται στο Corpus of Attic Vase Inscriptions). Αυτό το δεύτερο στοιχείο αποδυναμώνει επίσης τη θεωρία των «αγράμματων» αγγειογράφων, αφού δεν μπορεί το ίδιο άτομο να μην ήξερε γράμματα όταν ζωγράφιζε τη μία πλευρά και να έμαθε όταν έφτιαχνε την άλλη…

Στο άρθρο της η  Kauffman-Σαμαρά, αντιμετωπίζει τις διαδεδομένες απόψεις με σκεπτικισμό («η συστηματική χρησιμοποίηση των ψευδοεπιγραφών σε μεγάλα και μικρότερα αγγεία μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ως αιτία της την άγνοια της γραφής από τους καλλιτέχνες, όπως ίσως συνέβαινε σε μερικές περιπτώσεις στους τυρρηνικούς αμφορείς.») Βέβαια, στη συνέχεια σπεύδει να υποστηρίξει το (γ), με μια μικρή παραλλαγή: «Όσο για τα αγγεία που στη μια τους όψη φέρουν πραγματικές και στην άλλη ψευδείς επιγραφές, υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες: ο καλλιτέχνης ή ακολουθεί ελεύθερα τη «μόδα» των ψευδοεπιγραφών και τις βάζει μόνο στη μία παράσταση ή φροντίζει περισσότερο τη μία όψη, γράφοντας δίπλα στις μορφές τις επιγραφές τους ενώ στην άλλη απλώς τις μιμείται.»

Κατά την προσωπική μου άποψη, ούτε οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί είναι ιδιαίτερα πειστικοί. Πως και γιατί έγιναν ξαφνικά «μόδα» οι ψευδοεπιγραφές, τις οποίες μάλιστα τις έφτιαχναν οι «αγράμματοι»; Επίσης, δεν θα έπρεπε να υπάρχει έστω και μία πηγή που να κάνει αναφορά σε ένα τόσο ιδιαίτερο φαινόμενο; Από την άλλη, τι εξυπηρετεί τον καλλιτέχνη να γράψει «ασυναρτησίες» από τη μία πλευρά, οι οποίες συχνά έχουν και πολύ περισσότερα γράμματα και επομένως απαιτούν περισσότερο χρόνο από ότι οι κανονικές λέξεις; 

Πρόσφατα, οι Adrienne Mayor (Stanford University), John Colarusso (McMaster University), και David Saunders (J. Paul Getty Museum), με ένα άρθρο τους με τίτλο Making Sense of “Nonsense” Inscriptions: Non-Greek Words Associated with Amazons and Scythians on Ancient Greek Vases πρότειναν μια νέα ερμηνεία για ορισμένες τουλάχιστον από τις επιγραφές αυτές. Αναλύοντας τα γλωσσικά χαρακτηριστικά «ανόητων» επιγραφών 13 αγγείων τα οποία κατασκευάστηκαν από εγγράμματους αγγειογράφους και αναπαριστούν σκηνές με Σκύθες και Αμαζόνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ακατανόητες λέξεις μπορούν να αποκωδικοποιηθούν ως ονόματα και λέξεις αρχαίων «βαρβαρικών» γλωσσών από την περιοχή του Καυκάσου. Η ανακάλυψη αυτή, αν και αφορά σε ένα πολύ μικρό ποσοστό επιγραφών,  προσθέτει μια νέα οπτική στο θέμα και, αν μη τι άλλο, μια πολύ πιο ρεαλιστική εξήγηση.

Έτσι λοιπόν, καθώς τα αγγεία (όπως και τα νομίσματα) άλλαζαν πολλά χέρια και ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, αποτελούσαν σε έναν βαθμό τα social media της εποχής εκείνης, και κατ” αντιστοιχία του φαινομένου μου σήμερα ονομάζουμε «greeklish«, θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι οι «ανόητες» επιγραφές αυτές ήταν γραμμένες σε βαρβαρελληνικά» :-)

Εν κατακλείδι, το θέμα μου είναι ότι πολύ συχνά, οι «ειδικοί» όταν κάτι δεν μπορεί να κατανοηθεί / εξηγηθεί με βάση τις γνώσεις τους, θεωρούν αυτομάτως ότι είναι «α-νόητο», ασυνάρτητο. Για παράδειγμα, αν κάτι είναι γραμμένο σε Γραμμική Α, η οποία δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί (οπότε είναι αποδεκτό για έναν ειδικό να μην μπορεί να το καταλάβει), τότε θεωρείται μυστήριο και όχι «ανόητο». Αν κάτι όμως είναι γραμμένο με το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο και ο «ειδικός» δεν μπορεί να το κατανοήσει, τότε αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ανοησία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση βέβαια, δεν είναι προνόμιο των αρχαιολόγων, ούτε άλλωστε και είναι στόχος του παρόντος άρθρου να κρίνει τον συγκεκριμένο κλάδο και τους ανθρώπους του. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τον «επιστήμονα/δάσκαλο/ενήλικο/Χ» να κρίνει τα λεγόμενα του «συναδέλφου/μαθητή/παιδιού/Υ» ως ανοησίες, μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος («που ξέρει») αδυνατεί να τα κατανοήσει…

 

ΥΓ: Κάτι επίσης που βρήκα ενδιαφέρον στα άρθρα που διάβασα, είναι ότι οι συγγραφείς πάντα γράφουν κάτι του στυλ «για το θέμα αυτό υπάρχουν υπάρχουν Χ ερμηνείες και είναι οι εξής…» και μετά παραθέτουν τις ερμηνείες με τρόπο όπου ουσιαστικά προεξοφλούν ότι θα πρέπει η σωστή να είναι οπωσδήποτε μία από αυτές. Ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές όμως κανείς δεν προσθέτει και την πιθανότερη που είναι «δεν έχουμε προς το παρόν την παραμικρή ιδέα». Με άλλα λόγια, ο κάθε συγγραφέας αρνείται να παραδεχτεί δημόσια ότι ενδέχεται να υπάρχουν και ορισμένα πράγματα τα οποία ο ίδιος ως «ειδικός» να μην γνωρίζει…