Booklover’s Blog

Παραμύθι με όνομα.

Παραμύθι  με όνομα.

Θα ήταν ο «Μαραθώνιος των Μαραθωνίων». 2.500 χρόνια μετά, δρομείς απ’όλο τον κόσμο θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σ’αυτόν τον «Μαραθώνιο με όνομα». Hταν  μία μοναδική ευκαιρία, να τρέξω μαζί τους και να πραγματοποιήσω ένα όνειρο ετών. ‘Ολοι μου έλεγαν οτι θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο. Είχα να παλέψω με την ηλικία μου, την (σχετική) αγυμνασιά μου, την έλλειψη ελεύθερου χρόνου, και πάνω απ’όλα την έμφυτη αντίδραση σε δέσμευση για σκληρή πειθαρχία και κανόνες. Το εξέλαβα ως ένα προσωπικό «παραμύθι με όνομα». Το «δόλωμα» για τον εαυτό μου ήταν να «φορέσω τη φανέλα» της ActionAid, ενισχύοντας τους σκοπούς της καθώς και αυτούς της ΦΛΟΓΑΣ και της ΠΙΣΤΗΣ.

Την περασμένη Κυριακή ολοκλήρωσα τον πρώτο μου Μαραθώνιο, στην κλασική διαδρομή των 42 χλμ, σε 6 ώρες και 52 λεπτά. Η συγκλονιστική αυτή εμπειρία ήταν  αποτέλεσμα εντατικής προπόνησης και μεγάλης επιμονής στην επίτευξη ενός προσωπικού στόχου. Όμως, τελικά, δεν ήταν μόνο αυτό.

Ήταν και οι προσωπικές ιστορίες των Μαραθωνοδρόμων: παρέες γυναικών που έτρεχαν για να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη προσώπων αγαπημένων,  άνθρωποι κάθε ηλικίας που ήθελαν με αυτή την τεράστια προσπάθεια να μαζέψουν χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς, νέοι εργαζόμενοι που ξέκλεβαν λίγο χρόνο την εβδομάδα για την προετοιμασία, «έτσι, για να το κατακτήσω», όπως μου είπε χαρακτηριστικά κάποιος, αλλά κι ένας Αμερικάνος 77 ετών, ο οποίος έχει συμμετάσχει σε 16 (!) Μαραθωνίους και, υπερήφανος, μου εκμυστηρεύτηκε, «τρέχω τουλάχιστον σε δύο το χρόνο για να κρατώ την καρδιά μου δυνατή…»

Ανάμεσά τους, έζησα ξανά τις υπέροχες στιγμές των Ολυμπιακών αγώνων του 2004, αυτή τη φορά  ως αθλήτρια – κι αυτό που θα μου μείνει αξέχαστο, ήταν η ενθάρρυνση και ο ενθουσιασμός του κόσμου σε όλη τη διαδρομή. Κάθε λίγα μέτρα, από τον Μαραθώνα έως το Καλλιμάρμαρο, άνθρωποι όλων των ηλικιών, από παιδάκια έως παππούδες και γιαγιάδες, μας προσέφεραν κλαδιά ελιάς, μας έδιναν κουράγιο, φωνάζοντας «Μπράβο» σε εμάς και «Ευχαριστούμε που ήρθατε», προς τους ξένους συμμετέχοντες…  Οι άνθρωποι αυτοί δεν στάθηκαν στο δρόμο μόνο για τους Κενυάτες και τους άλλους «elite» αθλητές, αλλά περίμεναν εμάς, τους αργούς βαδιστές και αρχαρίους Μαραθωνοδρόμους, επί ώρες, μόνο και μόνο για να μας ευχαριστήσουν για την συμμετοχή μας!

Οι συναθλητές μου, εμφανώς συγκινημένοι, μου έλεγαν ότι δεν έχουν ξαναζήσει ποτέ, σε καμία χώρα, τέτοια ενθουσιώδη υποδοχή και υποστήριξη. Κι όπως έμαθα αργότερα, από συγγενείς και φίλους που με περίμεναν και εκείνοι καρτερικά σε διάφορα σημεία για να με υποστηρίξουν, όλοι μιλούσαν για το ίδιο θέμα: «Είναι σαν να ξαναζούμε τους Ολυμπιακούς», «Έχουμε μεγάλη ανάγκη να νιώσουμε πάλι αυτόν τον ενθουσιασμό», « Επιτέλους βγήκαμε για λίγο από την κατάθλιψη», «Επιτέλους είμαστε πάλι περήφανοι που είμαστε Έλληνες»… ήταν μόνο μερικές από τις επαναλαμβανόμενες κουβέντες μεταξύ των ενθουσιασμένων θεατών.

«Τελικά, όταν θέλουν οι Ελληνες και πιστέψουν ότι μπορούν, κάνουν τα πάντα», μου είπε συγκινημένη μία φίλη. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο μαζί της.

Κι έτσι, καθόλου τυχαία, έχοντας ζήσει αυτή την εκπληκτική εμπειρία, μου ήρθε στο μυαλό –για μία ακόμη φορά– ένα απόσπασμα από το αγαπημένο μου βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα, «Παραμύθι χωρίς όνομα», από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ.Κολλάρου & Σιας Α.Ε.», ίσως πιο επίκαιρο σήμερα, παρά ποτέ: «..Να πληρώσετε τα κουκιά και τις ελιές, είπε (το Βασιλόπουλο), και να φάνε οι στρατιώτες όσο θέλουν. Για σήμερα αυτά φθάνουν. Αύριο βλέπουμε τι θα γίνει. Ο Βασιλιάς, καθώς είδε τα φλουριά, ενθουσιάστηκε. – Πού τα βρήκες; Ρώτησε χαρούμενος. Στείλε γρήγορα τον Πολύκαρπο να μας αγοράσει κανένα παχύ-παχύ γαλόπουλο… Κι έκανε ν’ αρπάξει τη ζώνη. Μα το Βασιλόπουλο έπιασε το απλωμένο χέρι του. – Τα φλουριά αυτά είναι ιερά, πατέρα, είναι βαμμένα μ’ αίμα, είπε….. Θα ξοδευτούν ώς το τελευταίο για την Πατρίδα. – Πώς θα τα ξοδιάσεις; Ρώτησε ο Βασιλιάς δυσαρεστημένος. Τι άλλο έχεις πια να κάνεις; Ο εχθρός έφυγε και πάει! – (…)-  Και ωστόσο θα τρώμε σούπες από ξυνήθρα, που θα μας τις βράζει η Ειρηνούλα; Το Βασιλόπουλο σήκωσε το κεφάλι. – Ναι, πατέρα! Είπε με δύναμη. Για μερικά χρόνια ο τόπος όλος θα τρώγει σούπες από ξυνήθρα, και θα του δώσομε μεις το παράδειγμα, ώσπου να ξαναμάθει πάλι η γη να μας δίνει τα πλούτη της (…)

Μου χρειάζονται φλουριά, τόσα, που να γεμίσουν μια στέρνα, και δεν έχω παρά αυτά, είπε το Βασιλόπουλο δείχνοντας τη ζώνη του. Τι να πρωτοκάνω με τόσο λίγα; – Ν’αγοράσεις σιτάρι, κριθάρι, κουκιά, ρύζι και ό,τι άλλο μπορείς να σπείρεις, αποκρίθηκε η Γνώση. Να βάλεις τους στρατιώτες σου να δουλεύουν τα χωράφια την ώρα που δεν πολεμούν. Να πάρεις εργάτες να σου στρώσουν καινούριους δρόμους και να χτίσουν αποθήκες όπου θα φυλάξεις τα γεννήματα, για να τα ξαναμοιράσεις το χειμώνα, όταν το δάσος θα είναι χιονοσκέπαστο και αγριόχορτα δε θα φυτρώνουν…»

Φέρνοντάς το ξανά στη μνήμη μου, σκεφτόμουν πως ναι, έτσι είναι… Όταν θέλουμε και πιστέψουμε πως μπορούμε, είμαστε ικανοί να κάνουμε τα πάντα.

Σοφίκα Ελευθερουδάκη

το άρθρο είχε δημοσιευθεί τον Νοέμβριο του 2010 αλλά παραμένει επίκαιρο…

Διευθύνουσα Σύμβουλος Βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκη

 

 

Skip to toolbar